Η πολυσυζητημένη επιστροφή του Λαρς φον Τρίερ στις Κάννες συνοδεύτηκε τελικά από μία ταινία αντιδραστικών προθέσεων, θολωμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης, εύκολων τσιτάτων περί συσχετισμού τέχνης και βίας και ενός φινάλε τόσο αναίτια μεγαλόσχημου, που καθιστά ακόμα μεγαλύτερο το μέγεθος της γενικότερης αστοχίας. Πρώτα και πριν απ’ όλα όμως, θέλει παρωπίδες από τσιμέντο προκειμένου να μη δει κάποιος πόσο βαθιά μισογυνικός είναι ο κόσμος του «The House That Jack Built». Εκεί όπου ο Τζακ (Ματ Ντίλον), ένας κατά συρροή δολοφόνος, ανακαλεί πέντε τυχαία (κατά δήλωσή του) γεγονότα από τη 12ετή δράση του, καθώς την ξεδιπλώνει σε έναν αθέατο εξομολογητή ονόματι Verge (όριο ή άκρο).

Όπως παραδέχεται στη φωνή που ανήκει στον Verge (Μπρούνο Γκανζ), ο Τζακ έχει σκοτώσει και άντρες. Μόνο που στα θύματα των πέντε γεγονότων που μας αφηγείται ο ιδεοψυχαναγκαστικός ψυχοπαθής, οι γυναίκες έχουν την τιμητική τους, ενώ όλες τους αποτελούν τη χαρά του στερεοτυπικού «εύκολου θύματος»: είναι χαζές, αφελείς, ευκολόπιστες και ανήμπορες, κατηγορίες δηλαδή που θα συναντούσαμε σε ένα τυπικό exploitation φιλμ. Σημειώνεται πως στους ρόλους των θυμάτων βρίσκουμε μεταξύ άλλων την Ούμα Θέρμαν και τη Ράιλι Κίου, με την τελευταία να παίζει στη διαβόητη σκηνή όπου οδήγησε δεκάδες φρικαρισμένους θεατές προς την έξοδο, κατά τη χθεσινοβραδινή πρεμιέρα της ταινίας.

Ακόμα και το στοιχείο της στερεοτυπίας ωστόσο ο Τρίερ αποτυγχάνει να το εντάξει σε μία υποτυπώδη έστω δραματουργία που ενδεχομένως να το ανέτρεπε στη συνέχεια, αφήνοντας τελικά τα θύματα να αποτελέσουν τα κατεψυγμένα θεμέλια υλικά για το «σπίτι» (πείτε το και «έργο») που επί χρόνια χτίζει με τη δράση του ο Τζακ, η οποία τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του ‘80. Όσο για το ζήτημα του exploitation, η σκληρότητα των σκηνών αλλά και η επιδεικτική επαναληπτικότητα με την οποία ξανασερβίρονται στον θεατή δε μοιάζει να υπηρετούν κανένα άλλο σκοπό πέραν του καθαρού, φτηνού σοκ.

Στο ενδιάμεσο, η στιχομυθία μεταξύ του Τζακ και του Verge που διατρέχει την ταινία δίκην αφηγητή (όπως εν μέρει συνέβη και στο «Nymphomaniac»), λειτουργεί ως πεδίο δόξης λαμπρό για τον Τρίερ προκειμένου να κεράσει ανέξοδο εξυπνακισμό, να τσιγκλίσει με αναφορές σε Ναζί, ολοκαύτωμα και Χίτλερ (προφανώς άλλη μια αντιδραστική τακτική ως απάντηση στον προ επταετίας χαμό που είχαν προκαλέσει οι δηλώσεις του στο περιθώριο της προβολής του «Melancholia»), έπειτα να ξεπλύνει τον ναζισμό βάζοντάς τον στο ίδιο καλάθι με τον κομμουνισμό, και φυσικά να αναμασήσει αυτά που ο Φρόιντ είπε πει έναν αιώνα και βάλε πριν, περί συσχετισμού μεταξύ ενστίκτων και τέχνης. Σε μία ακούσια ίσως απόπειρα να ξεπλύνει εαυτόν για αυτό που είχε ήδη προαναγγείλει πως θα είναι «η πιο βίαιη δημιουργία του». Ως προς αυτό ειδικά, δεν είναι τυχαία τα εμβόλιμα πλάνα που εμφανίζονται από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του, όπως το «Δαμάζοντας τα Κύματα» και ο «Αντίχριστος».

Τίποτε όμως δε μπορεί να συγκριθεί με το φινάλε του «The House That Jack Built». Έναν επίλογο κακογυρισμένο, υπερφίαλο και γεμάτο από ψηφιακά εφέ που μοιάζουν να ξέμειναν από τη σκηνή στον «Άρχοντα» όπου ο Γκάνταλφ πέφτει στο κενό. Πρόκειται για το πλέον γραφικό κεφάλαιο στο οποίο ο Τρίερ βάζει τον Τζακ να σπάει συμβολικά τον τοίχο του Ασυνειδήτου και να οδηγείται στην Κόλαση, συνοδεία του εξομολόγου-συνομηλητή του. Ένα δείγμα που σε πόσο άθλια σκηνοθετική φόρμα βρέθηκε εδώ ο Δανός προκύπτει και από το πόσο πρώτου επιπέδου ψυχανάλυση είναι η συγκεκριμένη – υποτίθεται – σημαντική σκηνή που προορίζει για κλείσιμο. Ωστόσο, αποδεικνύεται αναλόγως ρηχή της όλης σκέψης που διέπει την ταινία, η οποία αδυνατεί να ξεφύγει από την κοινοτοπία κάθε φορά που επιχειρεί να προσεγγίσει ένα βαθύτερο υπαρξιακό επίπεδο.

Στο «The House That Jack Built», ο Λαρς φον Τρίερ δείχνει να έχει εμμονικά εστιάσει στο πώς θα καταφέρει να προκαλέσει περισσότερο τους επικριτές του. Πέραν του ότι αυτό το σκεπτικό αποτελεί κλασική συνταγή αποτυχίας, δυστυχώς ο Δανός έρχεται να το υπηρετήσει με την θλιβερή αλαζονεία ενός ανθρώπου που πιστεύει πως κάνει υψηλή τέχνη, τη στιγμή που παραδίδει ένα μεγαλόσχημο κενό νοήματος, σερβιρισμένο με μισανθρωπικό πεσιμισμό. Και αντίθετα με τις προηγούμενες ταινίες του που παρότι είχαν σε περίσσευμα το στοιχείο του σοκ και την έπαρση, άφηναν πάντοτε μπόλικο περιθώριο για συζήτηση, το μόνο που μπορεί να γίνει εδώ είναι σούσουρο στα πάντα ετοιμοπόλεμα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Σχόλια

σχόλια