Το τρισέλιδο κείμενο που άφησε αποχωρών ο Wolfagang Schaeuble ως «προίκα” στο Eurogroup, με κεντρική ιδέα την αντικατάσταση των κοινοτικών οργάνων από τον διακρατικό ESM στην επιτήρηση των οικονομιών της ευρωζώνης, αποτελεί άλλο ένα βήμα προς την Ε.Ε. των πολλών ταχυτήτων που ως γνωστόν αποτελεί το νέο σημείο σύγκλισης μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.

Όμως η μελλοντική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεν πρόκειται τόσο να κριθεί στους συσχετισμούς εντός της ευρωζώνης, όσο στις αντιστάσεις που προεξοφλείται ότι θα προβάλλουν οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης προς ό,τι θα θεωρούν ως παραγκωνισμό τους.

Πράγματι, η δοκιμασία της συνοχής της Ε.Ε. προέρχεται εξ Ανατολών, καθώς η «δεύτερη ταχύτητα” στην οποία ούτως ή άλλως ανήκουν αντικειμενικά τα εκτός ευρώ κράτη-μέλη συναντάται με μία επίμονη υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και με πολιτικές επιλογές που αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο από το κοινοτικό mainstream.

Οι τριβές των Βρυξελλών για θέματα σεβασμού του κράτους δικαίου με την Πολωνία και την Ουγγαρία (δύο προπύργια του δεξιού λαϊκισμού, που πλέον λειτουργούν ως δίδυμο σε όλα τα θέματα πλην των σχέσεων με τη Ρωσία) είναι ήδη χαρακτηριστικές.

Σε πρόσφατο άρθρο του Politico.eu κατηγοριοποιούνται οι ανατολικές χώρες της Ε.Ε. ανάλογα με τον βαθμό προσχώρησής τους στα σενάρια των πολλαπλών ταχυτήτων (που συνήθως παρουσιάζονται ως κινήσεις περαιτέρω εμβάθυνσης της ενοποίησης των «προθύμων” και δυναμένων).

Τα νεώτερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. στα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Ρουμανία, Κροατία) αποτελούν την πιο εύκολη περίπτωση: βρίσκονται ακόμη σε έναν «εξώτερο κύκλο”, εφόσον δεν έχουν γίνει δεκτά στην ευρωζώνη ή τον Χώρο Schengen, επιδιώκουν την πληρέστερη ενσωμάτωσή τους και για αυτό πλειοδοτούν σε ευρωπαϊσμό. Είναι λ.χ. χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, η κοινή γνώμη της Ρουμανίας δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους ευρωπαϊκού θεσμούς σε ποσοστό 57%, ένα από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.

Οι χώρες αυτές ενθαρρύνθηκαν από την ομιλία του Jean Claude Juncker τον Σεπτέμβριο για την Κατάσταση της Ένωσης, όπου ο πρόεδρος της Κομισιόν έθεσε τον στόχο της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη-μέλη και ζήτησε την άμεση εισδοχή της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στον Χώρο Schengen.

Όμως οι σχεδιασμοί του γαλλογερμανικού άξονα γεννούν στις χώρες αυτές φόβους ότι οι φιλοδοξίες τους μπορεί να συναντήσουν εμπόδια – όπως και η μελλοντική πρόσβασή τους στα διαρθρωτικά κονδύλια της Ε.Ε.

Εντελώς διαφορετική κατάσταση πνευμάτων επικρατεί στην Πολωνία και την Ουγγαρία, όπου αντιμετωπίζονται παγίως με σκεπτικισμό οι προτάσεις για μεγαλύτερη εκχώρηση κυριαρχίας στο κοινοτικό επίπεδο.

Ο Πολωνός πρόεδρος Andrzej Duda προειδοποίησε ότι μια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων θα οδηγήσει στη διάρρηξη της Ε.Ε., ενώ από την άλλη πλευρά ο ευρωβουλευτής του κυβερνώντος Κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης Ryszard Czarnecki υποστήριξε ότι «το ευρώ είναι μια ιδέα καλή για τις πλουσιότερες χώρες” και όχι για την Πολωνία που εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις επτά φτωχότερες.

Οι Ούγγροι εμφανίζονται περισσότερο θετικοί στην ιδέα προσχώρησης της χώρας τους στο ευρώ, ωστόσο η κυβέρνηση Orban κάθε άλλο παρά δείχνει να βιάζεται – άλλωστε η διατήρηση κυβερνητικού ελέγχου επί της κεντρικής τράπεζας έχει τα πλεονεκτήματά της.

Μιλώντας πάντα στο Politico.eu, ο ευρωβουλευτής του κυβερνώντος κόμματος Fidesz, György Schöpflin επιμένει ότι κατά τη Βουδαπέστη η μεγαλύτερη ενοποίηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά θα πρέπει να προχωρά όπου και όταν είναι χρήσιμη.

Στην Τσεχία, πάλι, οι ψηφοφόροι διέπονται από ευρωσκεπτικιστικά αισθήματα (μόλις το 29% των πολιτών επιθυμεί την ένταξη στο ευρώ και μόλις το 30% εμπιστεύεται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, κατά το Ευρωβαρόμετρο), ενώ η κυβέρνηση επιθυμεί η συζήτηση για το μέλλον του ευρώ να διεξάγεται στο επίπεδο των «27”, με συμμετοχή στο Eurogroup ως παρατηρητών και των κρατών που δεν συμμετέχουν στην νομισματική ένωση.

Ούτως ή άλλως, πολλά πρόκειται να αλλάξουν με τις βουλευτικές εκλογές στις 20-21 Οκτωβρίου, όπου φαβορί είναι ο λαϊκιστής εκατομμυριούχος Andrej Babiš, πολέμιος της ένταξης στην ευρωζώνη.

Μόνη η Σλοβακία από τις χώρες Visegrad συμμετέχει στην ευρωζώνη και αισθάνεται άνετα με την περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Ένα ερμηνευτικό κλειδί για τη δυσφορία που επικρατεί στα ανατολικά της Ε.Ε. δίνει πάντως η παρατήρηση του Sebastian Dullien του European Council on Foreign Relations ότι η πορεία σύγκλισης των νέων κρατών-μελών με τα παλαιά έχει προ πολλού φρενάρει. Λ.χ. από το 2007 δεν έχει υπάρξει καμία πρόοδος στο κλείσιμο της ψαλίδας των μισθών της Τσεχίας και της Γερμανίας και οι μισθοί στο τσεχικό εργοστάσιο της Volkswagen κυμαίνονται στο ένα τρίτο του αντίστοιχου γερμανικού εργοστασίου, σε συνθήκες παραπλήσιες παραγωγικότητας. Σε αντίθεση με την παλαιότερη προθυμία υποδοχής ξένων επενδύσεων, η Γερμανία αντιμετωπίζεται από όλο και περισσότερους Τσέσχους ως αποικιακή δύναμη.

Ο Dullien υπενθυμίζει ότι το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα και το ήμισυ της μεταποίησης της Τσεχίας είναι ξένης ιδιοκτησίας, γεγονός που διογκώνει την δυσαρέσκεια που αναμένεται να ξεσπάσει στις βουλευτικές εκλογές.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν σε πρόσφατη μελέτη τους οι Filip Novokmet, Thomas Piketty και Gabriel Zucman χαρακτηρίζοντας τα ανατολικο-ευρωπαϊκά κράτη ως «χώρες υπό ξένη ιδιοκτησία”. Το ποια «υπεραναπλήρωση” σε ψυχολογικό επίπεδο έρχεται να προσφέρει η έξαρση του εθνικισμού είναι σαφές.

Σχόλια

σχόλια