Την ευκαιρία για μία άτυπη προσπάθεια διαπραγματεύσεων δια ζώσης, για πρώτη φορά μετά το Eurogroup της 22ας Μαΐου, θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί σήμερα Τετάρτη η ελληνική πλευρά. Στην Φρανκφούρτη λαμβάνει χώρα (εξ αναβολής) το συνέδριο του Economist με αντικείμενο την Ελλάδα και με τίτλο «Η επιστροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές;«.

Ενδιαφέρον είναι ότι πέρα από τους κ.κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο, Γιάννη Στουρνάρα και Αλέξη Χαρίτση από ελληνικής πλευράς, θα είναι εκεί και σχεδόν όλοι οι θεσμοί. Ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ,  ο Πιερ Μοσκοβισί της Κομισιόν,  αλλά και οι επικεφαλής των 3 κλιμακίων των ευρωπαϊκών Θεσμών.

Αρμόδιες πηγές δεν αποκλείουν τη διενέργεια διαβουλεύσεων οι οποίες όπως εξηγούν ούτε προαναγγέλλονται και πολλές φορές ούτε επιβεβαιώνονται εκ των υστέρων…  Άλλωστε, προσθέτουν τις τελευταίες ημέρες οι τηλεφωνικές επικοινωνίες «ακούγεται» ότι είναι ιδιαίτερα πυκνές χωρίς όμως να είναι εμφανές αν έχουν αλλάξει έστω και λίγο τις θέσεις για το ελληνικό ζήτημα.

Ο πρωθυπουργός είχε χθες τηλεφωνική επικοινωνία με την Άνγκελα Μέρκελ και τον Εμανουέλ Μακρόν, ενώ σήμερα,  επικοινώνησε και με τον Ντόναλντ Τουσκ.

Άλλωστε το ραντεβού στη Γερμανία είναι διπλό καθώς πέρα από το συνέδριο στην Φρανκφούρτη λαμβάνει χώρα και η συνάντηση του κ. Σόιμπλε με τον κύριο Γιουνκέρ στο Βερολίνο.

Η ελληνική πλευρά πάντως από χθες άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος  μέσω της δήλωσης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με την οποία γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχουν πλέον υπερβολικές προσδοκίες για τη 15η Ιουνίου (σύνοδος Eurogroup). «Λύση να είναι και όποτε είναι να έρθει» είπε χαρακτηριστικά ο Πρωθυπουργός. Παράλληλα, μέσα από τις επαφές που έγιναν χθες για επικοινωνιακούς λόγους (ο κυβερνητικός Εκπρόσωπος,  ο υπουργός Οικονομικών και η Υπουργός Εργασίας συναντήθηκαν με τους πρέσβεις των κρατών της Ε.Ε. αλλά και με τους ξένους ανταποκριτές) επιχειρήθηκε να μεταφέρουν την ελληνική θέση για την ανάγκη λήψης απόφασης από το ΔΝΤ αλλά και για μία συνολική συμφωνία. Έγινε ξεκάθαρο ότι πλέον ο στόχος της Ελληνικής πλευράς προσανατολίζεται περισσότερο στην ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από την πλευρά του όμως ο Μάριο Ντράγκι μιλώντας χθες στην επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ξεκαθάρισε ότι η απόφαση για ένταξη της Ελλάδας στο QE απαιτεί προηγουμένως τη συμφωνία όχι μόνο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αλλά και τα μέτρα για το χρέος.

«Λυπούμαστε για το γεγονός ότι δεν υπήρχε πιο σαφής καθορισμός των μέτρων για το χρέος τελευταίο Eurogroup” δήλωσε χαρακτηριστικά o πρόεδρος της ΕΚΤ και ξεκαθάρισε ότι πρώτα θα ολοκληρωθεί η 2η αξιολόγηση, μετά θα αποφασιστούν τα μέτρα για το χρέος και  εν συνεχεία η ΕΚΤ θα πρέπει να διενεργήσει την ανάλυσή της για το ελληνικό χρέος  για να θα ληφθούν οι αποφάσεις για το QE…

Αξιολόγηση και δόσεις

Αναφορικά με τη δεύτερη αξιολόγηση η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει λύση στις εκκρεμότητες που διαπιστώθηκαν στο τελευταίο Eurogroup και έφταναν τότε στις 25 τον αριθμό. Την ανάγκη αυτή επανέλαβε σήμερα και ο Επίτροπος Μοσκοβισί μιλώντας στο ευρωκοινοβούλιο.

Πολλές εξ αυτών απαιτούν νομοθετικές διατάξεις και αρμόδιες πηγές δεν αποκλείουν το «χαλί» για αυτές τις ρυθμίσεις να αποτελεί ο νέος νόμος που κατατέθηκε την Παρασκευή στη Βουλή και ξεκινά να συζητείται σήμερα στις επιτροπές με διαδικασία επείγοντος, προβλέποντας μεταξύ άλλων και την αναβολή της εφαρμογής του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ στα αγροτεμάχια με δημοσιονομικό κόστος 460 εκατομμύρια ευρώ. Πάντως η κ Παπανάτσιου σήμερα από το Βήμα της Βουλής χαμήλωσε τον πήχη προσδοκιών για την ένταξη απαιτούμενων σε αυτό τουλάχιστον το νομοσχέδιο το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί την προσεχή Τρίτη.

Εν τω μεταξύ διάσταση υπάρχει και αναφορικά με το ύψος των δόσεων με τις οποίες θα συνδεθεί η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Οι θεσμοί έχουν προσανατολιστεί εδώ και καιρό σε ένα ποσό της τάξης 7,4 δις ευρώ, ενώ η κυβερνητική πλευρά ζητά περισσότερα χρήματα, 10 δις ευρώ περίπου. Και τούτο διότι στο πρώτο σενάριο (αυτό των θεσμών) τα λεφτά που θα συνδέονται με τη χρηματοδότηση των οφειλών του κράτους προς ιδιώτες θα είναι πολύ λίγα περίπου 1,5 – 1,6 δις ευρώ, όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν φτάσει στα 5 δις ευρώ περίπου (με βάση στοιχεία έως το τέλος Μαρτίου). Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθούν ακόμη 3 δις ευρώ περίπου των λεγόμενων «αφανών» οφειλών του Κράτους προς ιδιώτες που ακόμα δεν έχουν βεβαιωθεί και δεν προσμετρώνται στα δημοσιονομικά της χώρας. Προέρχονται από εκκρεμείς συνταξιοδοτήσεις και εφάπαξ, αλλά και από μη βεβαιωμένες επιστροφές φόρων κυρίως από ΦΠΑ. Οι θεσμοί  ζητούν τα 3 δις  ευρώ να καλυφθούν από το δημόσιο και όχι από το δάνειο του ESM και μένει να φανεί που τελικά θα βρεθεί η κοινή θέση….

Σχόλια

σχόλια