Στην (οθωμανική) Μακεδονία των αρχών του 20ου αι., στον βάλτο των Γιαννιτσών, Έλληνες και Βούλγαροι αντάρτες αντιμάχονται μεταξύ τους με κάθε τρόπο, αδυσώπητα. Η Πηνελόπη Δέλτα, βασισμένη σε πραγματικούς χαρακτήρες και ιστορικά γεγονότα, έγραψε πριν ογδόντα χρόνια, ίσως το πιο σκοτεινό, ελληνικό παιδικό βιβλίο. Αν ήταν ταινία, οι σκηνές βίας θα καθιστούσαν τη γονική συναίνεση απαραίτητη.

Ο δημιουργός κόμιξ Παναγιώτης Πανταζής ανέλαβε να εικονογραφήσει ένα βιβλίο εν πολλοίς παρεξηγημένο, όχι μόνο ως «παιδικό», αλλά και σαν «εθνικιστικό» στη συνείδηση πολλών – εκ των οποίων οι περισσότεροι μάλλον δεν έκαναν ποτέ τον κόπο να το διαβάσουν.

Το τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς του Πανταζή (και του δημοσιογράφου Γιάννη Ράγκου που διασκεύασε τις 600 σελίδες του πρωτότυπου κειμένου) κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία πριν τρεις βδομάδες (εκδόσεις Polaris)- και είναι ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Το κάθε καρέ μπορεί να γίνει αφισάκι. Και το ίδιο το βιβλίο, 115 έγχρωμες σελίδες με ράχη και χρυσοτυπία στο εξώφυλλο, κοσμεί, ακόμα και σαν item, κάθε βιβλιοθήκη, όσο πλούσια κι αν ήδη είναι.

Εντυπωσιακή, ιδανική διασκευή ενός αντί-ηρωικού βιβλίου που, όμως, ορίζει τον ιδανικό ήρωα. Ως ιδανικό άνθρωπο, διαχρονικά.

«Όταν ο εκδότης μου πρότεινε να είμαι ο σχεδιαστής, μου είπε ότι ταιριάζει “Στα Μυστικά του Βάλτου” (εκδ. Polaris) η μελαγχολία και το σκοτάδι που έχουν τα σχέδιά μου. Εντάξει, στα κόμιξ που φτιάχνω, κάνω ότι θέλω και ανάλογα κρίνομαι. Αλλά σε δουλειές που έρχονται σαν παραγγελίες, το συνηθισμένο στον ευρύτερο χώρο μου, όχι τόσο στα κόμιξ όσο σε εικονογραφήσεις για εμπορικές δουλειές – διαφημιστικές, εταιρείες μάρκετινγκ – είναι το “κάντο λίγο πιο χαρούμενο”, ανεξαρτήτως αν ταιριάζει. Στα ”Μυστικά του Βάλτου” μου είπαν εξαρχής να βγάλω αυτό που πραγματικά είμαι. Και αυτό ήταν φανταστικό, απελευθερωτικό», λέει ο Παναγιώτης Πανταζής.

– Το είχες διαβάσει μικρός το βιβλίο;

Μάλλον αποσπασματικά, ήξερα «πάνω-κάτω» για τι μιλάει. Όταν το διάβασα το 2015, τριαντα τριών χρονών τότε, συνειδητοποίησα ότι δεν είναι παιδικό βιβλίο… Είναι πολύ σκοτεινό. Περιγράφει με πολύ ζωντανό και άγριο τρόπο βιαιότητες και δολοφονίες, πτώματα, εκτελέσεις, βασανισμούς, κρεμάλες – και στο τέλος πεθαίνει ένα πιτσιρίκι.

– Ο Γιωβάν.

Ναι, ασαφούς ηλικίας, πάντως όχι μεγαλύτερος από οκτώ χρονών. Εκεί εμπέδωσα ότι, όχι, δεν είναι «παιδικό» βιβλίο αυτό – και ένιωσα ότι πρέπει να διεισδύσω εντός του και να αποδώσω έναν ολόκληρο κόσμο, χαοτικό μάλιστα. Γιατί συναντάμε στο βιβλίο εκατοντάδες χαρακτήρες. Κάποιοι είναι πραγματικοί, όπως ο Τέλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός), ο καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας) και άλλοι καπεταναίοι, ή είναι βασισμένοι σε αληθινούς χαρακτήρες.

– Η Δέλτα είχε κάνει καλή ιστορική έρευνα, έτσι δεν είναι;

Έκανε τεράστια έρευνα και πήρε πολλές συνεντεύξεις από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Το βιβλίο γράφτηκε τριάντα χρόνια μετά από αυτά και πολλοί που την γλίτωσαν από ‘κει, ήταν ακόμα εν ζωή. Επομένως και οι φανταστικοί χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε πραγματικά πρόσωπα. Και για αυτό φαίνονται τόσο ζωντανοί – αλλιώς, μια γυναίκα που ζούσε στην Αθήνα, αστή, μεγαλωμένη σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον, δε θα μπορούσε να περιγράψει με τέτοια δύναμη και ζωντάνια τι συνέβαινε στη Μακεδονία τριάντα χρόνια πριν, σε μια ταραγμένη κιόλας, παλλόμενη περίοδο.

«Ένιωθα ότι είχαμε στα χέρια μας, κυρίως ο Γιάννης Ράγκος που ανέλαβε να διασκευάσει το σενάριο, ένα κουβάρι χρυσάφι… Αλλά έπρεπε να το ξετυλίξει πρώτα και από αυτή την φοβερή πρώτη ύλη των 600 σελίδων, να φτιάξουμε ένα κόμικ 110 σελίδων. Στα ”Μυστικά του Βάλτου” υπάρχουν πολλά νήματα επιμέρους ιστοριών, κάποια συμπλέκονται, άλλα παραμένουν παράλληλα και ποτέ δεν τέμνονται πουθενά, απλά βρίσκονται στην ίδια χωροχρονική συγκυρία. Έπρεπε να φιλτράρουμε λοιπόν».

– Πώς το δουλέψατε;

Όταν ξεκίνησε ο Γιάννης να επεξεργάζεται το κείμενο, άρχισα κι εγώ να σχεδιάζω, χωρίς σενάριο στα χέρια μου. Σχεδίαζα βάλτους, χαρακτήρες, ζώα, κτήρια, ρούχα. Ο βάλτος, ειδικά, ένιωθα ότι σ’ αυτή την ιστορία δεν λειτουργεί απλώς σαν σκηνικό, κάποιες στιγμές έφτανε να γίνεται ο πρωταγωνιστής.

– Γιατί;

Ο ψυχικός τόνος του βάλτου είναι τόσο επιβλητικός που νιώθεις ότι υπαγορεύει τις πράξεις – την ψυχική διάθεση των ανθρώπων, σίγουρα. Νιώθεις ότι αυτός είναι το αφεντικό και κουνάει τα νήματα, ότι κατά βούληση, καθ’ υπερβολή έστω, αυτός αποφασίζει για τις μοίρες των ανθρώπων. Μην ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι που πήγαιναν να πολεμήσουν εκεί, αντέχανε έξι μήνες το πολύ. Η κατάσταση ήταν αφόρητη – κρύο, υγρασία, κουνούπια, απάνθρωπες συνθήκες. Πολλοί από τους ανθρώπους που πολέμησαν εκεί, πεθαίνανε από τις κακουχίες, δε χρειαζόταν να τους βρει η σφαίρα του αντιπάλου.

«Άρχισα λοιπόν να σχεδιάζω και να δοκιμάζω υλικά, δεν ήμουν σίγουρος πως θα αποδώσω αυτό το περιβάλλον, αυτή την ιστορία. Ήξερα όμως ότι θα ήταν μελάνια σε χαρτί – δούλεψα με πινέλα βουτηχτά σε μελάνι για να παίρνω τις ”βρώμικες” υφές που ήθελα. Σε μια τελειωμένη σελίδα, που έχει περάσει επεξεργασία, δε μπορείς να τις δεις, νιώθεις όμως αυτή την τραχύτητα».

– Πόσο καιρό κράτησε η δουλειά;

Απρίλιο του ’15 συμφωνήσαμε να το κάνουμε και μέχρι να αρχίσω να σχεδιάζω, τον Σεπτέμβρη του ’16 είχαμε ήδη δουλέψει τέσσερα draft. Το πρώτο μας είχε βγει 180 σελίδες – μετά ο Γιάννης άρχισε να κόβει από το κείμενο, ξέροντας πλέον σε πόσες σελίδες από το κόμικ αντιστοιχεί κάθε κομμάτι (του κειμένου). Γιατί αυτό δεν είναι στάνταρ – μπορεί ο συγγραφέας να αναφέρει μια μάχη σε μία πρόταση και εγώ να την σχεδιάσω σε δέκα σελίδες… Αφότου καταλήξαμε στο οριστικό σενάριο, άλλον ενάμιση χρόνο μου πήρε να το σχεδιάσω και να το βάψω, 114 σελίδες συνολικά. Για 13 μήνες ήταν η πρώτη μου προτεραιότητα, το δούλεψα πολύ εντατικά. Νομίζω θα μπορούσε να είχε γίνει και πιο σιγά-σιγά, είχα όμως μεγάλη όρεξη, ενθουσιασμό και ήθελα να διατηρήσω αυτή την ψυχική διάθεση, να «δαγκώνω» όσο σχεδιάζω, όπως «δαγκώνει» και το πρωτότυπο της Δέλτα.

– Να μιλήσουμε για την υπόθεση του βιβλίου;

Βάλτος των Γιαννιτσών, 1905- 1907: Έλληνες και Βούλγαροι αντάρτες βρίσκουν εκεί καταφύγιο, ενώ όλη περιοχή ανήκει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που όμως είναι στα «τελευταία» της. Οι αντάρτες πολεμάνε καταρχήν μεταξύ τους για τον έλεγχο της περιοχής τους, απώτερη βλέψη τους όμως είναι να αποτινάξουν και τον οθωμανικό ζυγό. Είναι πολύ μπερδεμένοι όλοι, θυσιάζουν τα πάντα όταν μπαίνουν στο βάλτο για να πολεμήσουν, αλλά υπάρχει μια διαρκής ματαίωση στις προσπάθειές τους. Έλληνες και Σλάβοι (στο βιβλίο της η Δέλτα τους ονομάζει Βούλγαρους) ζούσαν μαζί υπό τον οθωμανικό ζυγό. Η μακεδονική συνείδηση που μοιραζόντουσαν, κλονίστηκε όταν διασπάστηκαν για θρησκευτικούς λόγους – τότε άρχισε να διαχωρίζεται ο Έλληνας από τον Βούλγαρο.

– Και φανατίστηκαν…

Ναι. Κάποιοι, και Έλληνες και Βούλγαροι, θέλουν οπωσδήποτε να επικρατήσουν έναντι του άλλου, του «εχθρού». Υπήρχαν, όμως, κι αυτοί που είχαν πιο ενωτική διάθεση, όπως ο Άγρας που έλεγε «ας ενωθούμε οι χριστιανοί να διώξουμε τον Τούρκο». Και κάπως θα τα βρούμε μετά… Άλλοι πάλι κινούνταν από προσωπικά κίνητρα, ήθελαν να εκδικηθούν αγαπημένους τους νεκρούς.

«Το βιβλίο “βλέπει” τον Μακεδονικό Αγώνα μέσα από τα μάτια 2 παιδιών, του Αποστόλη και του Γιωβάν. Ο αφηγητής μας είναι στο “σήμερα” της Δέλτα, σε αυτήν διηγείται την ιστορία. Αυτή είναι μια διασκευή που κάναμε εμείς, στο πρωτότυπο αφηγήτρια είναι η ίδια η συγγραφέας. Τελικά, μέσα από τα ταξίδια του Αποστόλη και του Γιωβάν (που δρουν ως σύνδεσμοι και οδηγοί των Ελλήνων ανταρτών), γνωρίζουμε ιστορικές φιγούρες, όπως ο Νικηφόρος, ο Τέλος Άγρας, ο Κορομηλάς, αλλά και ο Πέτκωφ, που είναι ο «Άγρας» των Βουλγάρων».

«Και η αφήγηση δεν ξεκινά από την αρχή του Μακεδονικού Αγώνα, όπως εμείς από την ελληνική πλευρά τον ονομάζουμε, ούτε και τελειώνει με το τέλος του – “βλέπουμε” ένα απόσπασμα της συνολικής ιστορίας. Και αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό – η Δέλτα δίνει περισσότερο βάρος στο ανθρώπινο κομμάτι, στην ματαίωση που νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι, που δεν τους βλέπουμε να νικάνε. Θα περίμενες να τους δεις να θριαμβεύουν, αλλά εντέλει όλοι λίγο- πολύ χάνουνε, οι περισσότεροι ακόμα και τη ζωή τους. Καταλήγει να είναι αντί-ηρωικό, ίσως αντιπολεμικό τελικά».

– Η Δέλτα κάνει μια ηρωοποίηση των Ελλήνων;

Έως αγιοποίηση… Οι Έλληνες είναι πιο ευγενικοί, πιο μορφωμένοι, σκοτώνουν μόνο όταν είναι αναγκασμένοι. Κρατάμε αυτή την άποψη της Δέλτα γιατί αυτό είναι το έργο της, αλλά, με μια απόσταση 80 χρόνων πια, δεν την παρουσιάζουμε ως σωστή ή λάθος.

– Κρατάτε απλώς το βλέμμα της Δέλτα λοιπόν.

Ναι. Αν ήταν ένα βιβλίο που στο σήμερα πρέσβευε τους εθνικιστές, δεν θα το ’χα αγγίξει καν. Παρουσιάζουμε το κλίμα της εποχής, όπως το καταγράφει η Δέλτα και όπως οτιδήποτε άσχημο και «δύσκολο» έχει συμβεί ιστορικά, αλλά, πλέον, το αντιμετωπίζουμε με την αντικειμενικότητα των χρόνων που έχουν περάσει.

– Από όσα «καταλογίζει» η Δέλτα στους «Βουλγάρους», κάποια συνέβησαν πάντως πραγματικά, όπως η παγίδα που έστησαν στον Άγρα.

Όντως, ο Άγρας σε μια προσπάθεια να ενώσει Έλληνες και Βούλγαρους αντάρτες, προδόθηκε και εκτελέστηκε (κρεμάστηκε) τελικά από τους Βούλγαρους.

– Προφανώς και οι Έλληνες θα διέπραξαν ανάλογα εγκλήματα…

Σίγουρα. Και η Δέλτα αναφέρεται, έστω πολύ σύντομα σ’ ένα έγκλημα πολέμου που έκαναν οι Έλληνες. Σε άλλο σημείο του βιβλίου, κάποιος χαρακτήρας κατηγορεί τους Βούλγαρους και ένας άλλος του απαντάει «και οι Βούλγαροι τα ίδια θα λένε για εμάς». «Δεν είναι πόλεμος αυτό, είναι δολοφονίες», λέει ένας χαρακτήρας της, όταν ένας Έλληνας ξεκινάει μια σειρά εκτελέσεων Βουλγάρων, μαχαιρώνοντάς τους. Το βιβλίο αναδεικνύει το εξής πολύ σημαντικό: ότι σ’ έναν πόλεμο, ακόμα και αν κάποιος έχει δίκιο και κάποιος άδικο, κανείς δεν μπορεί να είναι άγιος. Η Δέλτα γράφει και για την κακή πλευρά των Ελλήνων, ή για την ανθρώπινη πλευρά των Βουλγάρων, αλλά και για τους άμαχους πληθυσμούς και για όσους είχαν πιο ενωτική διάθεση.

– Άλλωστε ο κατεξοχήν ενωτικός Άγρας είναι ουσιαστικά ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου της.

Η ίδια η Δέλτα έχει αφιερώσει σ’ εκείνον το βιβλίο. «Στον ιδανικό ήρωα Τέλο Άγρα». Τι παραπάνω να γράψεις;

«Είναι ένα βιβλίο που στη συνείδηση του κόσμου υπάρχει ως πατριωτικό, ή ακόμα και εθνικιστικό – και στη βάση του μπορεί να είναι, αλλά στο context του 1935, οπότε γράφτηκε. Τότε το να είσαι πατριώτης σήμαινε και υπερασπιστείς τη χώρα σου από τους φασίστες εισβολείς, σήμερα εθνικιστής σημαίνει φασίστας».

– Η Πηνελόπη Δέλτα, άλλωστε αυτοκτόνησε όταν οι Ναζί μπήκαν στην Αθήνα…

Είχε κατάθλιψη, ήταν ζορισμένη, αλλά η αφορμή της, ναι, αυτή ήταν.

– Έκανες κι εσύ ιστορική έρευνα, όπως η Δέλτα;

Έπρεπε – έχω μεγαλώσει στην Αθήνα και κατάγομαι από τη Λέσβο, δεν είχα βιωματικές εικόνες από τη Μακεδονία. Ευτυχώς, η όποια έρευνα ήταν αρκετά εύκολη. Γιατί υπάρχουν ακόμη και φωτογραφίες, ενώ και το ίδιο το βιβλίο είναι πολύ ζωντανό σε περιγραφές. Επισκέφτηκα πάντως το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, το τότε Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη για να δω με τα μάτια μου τα όπλα, τα ρούχα, όλα τα εκθέματα από εκείνη την εποχή. Έψαξα βιβλία και βρήκα φωτογραφίες που αφορούν κάθε πλευρά της ζωής τότε, την αρχιτεκτονική των κτηρίων, την καθημερινότητα των ανθρώπων. Και για να νιώσω έτοιμος να σχεδιάσω, έκανα και το «τουρ» των χαρακτήρων: πήγα στα Γιαννιτσά, στην Έδεσσα, στον Άγρα (το χωριό που θάφτηκε ο ήρωας), στην Καρυδιά (τόπο θανάτωσής του). Ο βάλτος των Γιαννιτσών δεν υπάρχει πια, αποξηράνθηκε (1932), αλλά ήθελα να έχω μια αίσθηση του τόπου, τον ορίζοντά του, τα γύρω χαμηλά βουνά. Τα τοπία, κατά κάποιον τρόπο, κουβαλούν τις «μνήμες» τους. Γύρισα με χιλιάδες φωτογραφίες, από τις οποίες τελικά λίγες ξανακοίταξα – κάνοντας «κλικ» είχα ήδη την εικόνα μέσα μου.

– Είναι ενδιαφέρουσα η συγκυρία που βγήκε το βιβλίο, τώρα που γίνονται όλες αυτές οι διεργασίες με το Μακεδονικό.

Το βιβλίο αναφέρεται στον «Μακεδονικό Αγώνα», εμείς ονομάζουμε το τρέχον πολιτικό θέμα, «Μακεδονικό Ζήτημα». Νομίζω μόνο στις λέξεις μοιάζουν – όσον αφορά το επίκαιρο πολιτικό θέμα, πλέον και οι δύο πλευρές δείχνουν διάθεση συμβιβασμού. Δεν έχουν πια και τα Σκόπια κάποιον εθνικιστή ηγέτη, ο Ζάεφ δείχνει διατεθειμένος να απαλλάξει τη χώρα του από αλυτρωτικές διαθέσεις. Αδυνατώ να βρω τη σύνδεση επί της ουσίας.

– Θεωρείς ότι είναι επιφανειακή;

Μπορεί να την κάνει κάποιος, παίζοντας με τις λέξεις και για να εκμεταλλευτεί καταστάσεις, πάντως σήμερα το ζήτημα της ονομασίας της FYROM δείχνει να βαίνει προς επίλυση, απαλλαγμένο από εθνικιστικές ρητορικές και επιθετικές κορώνες. Και το «Στα Μυστικά του Βάλτου» είναι ένα βιβλίο που όταν το διαβάσεις, αυτό που σου μένει δεν είναι κάποια εθνική «μεγαλοπρέπεια», αλλά προσωπικά δράματα ανθρώπων που πάλευαν για κάποιον σκοπό – και οι περισσότεροι δεν τον είδαν να πραγματοποιείται.

– Η τάση συμβιβασμού και συμφιλίωσης Ελλήνων και Σλάβων της Μακεδονίας, όπως την οραματίστηκε ο «ιδανικός ήρωας», Τέλος Άγρας, μήπως τελικά είναι αυτό που καθιστά το βιβλίο επίκαιρο, ειδικά σε αυτή την συγκυρία;

Ναι. Από αυτή την άποψη, ναι.

Σχόλια

σχόλια