Με αφορμή το τέλος του “φιάσκου Τέβες”, ο Βασίλης Σαμπράκος κουβεντιάζει με τον Ζήση Γκέτσο, έναν Έλληνα προπονητή που εργάζεται στην Κίνα, για το πρωτάθλημα, την ζωή των σταρ που μεταναστεύουν εκεί, και την προοπτική του ποδοσφαίρου στην Ασία.

Περίπου μια εβδομάδα πίσω, όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους σε αυτή την παρωδία που έγραψε στην καριέρα του ο Κάρλος Τέβες με την μισθοφορική επιλογή του να μεταναστεύσει στην Κίνα για να -μη- παίξει ποδόσφαιρο, έμενα με την εντύπωση ότι αυτή, η επιλογή της Shanghai Shenhua να τον αποδεσμεύσει είναι συμβολική.

Δηλαδή έμοιαζε στο μυαλό μου ως ένα μήνυμα προς την παγκόσμια ποδοσφαιρική αγορά για την επιλογή της κινεζικής ποδοσφαιρικής αγοράς να ρίξει τους τόνους, να αρχίσει να ξοδεύει λιγότερα και πιο συνετά στην προσπάθειά της για την αναβάθμιση του ποδοσφαίρου στην Κίνα. Είχαν προηγηθεί και αποφάσεις σαν αυτή που υποχρεώνει κάθε ομάδα να δίνει ίσο ποσό με αυτό που ξοδεύει για μια ακριβή μεταγραφή ξένου παίκτη στην ανάπτυξη των υποδομών του κινεζικού ποδοσφαίρου, όπως και αυτή του περιορισμού στον αριθμό των ξένων ανά ομάδα, και γι’ αυτό έτεινα να συμπεράνω ότι αρχίζει πλέον να συμβαίνει αυτό που εδώ και καιρό οι αναλυτές προβλέπουν: το σκάσιμο της φούσκας που άρχισε να ξαναδημιουργείται πριν από περίπου 3 χρόνια με το ποδόσφαιρο στην Κίνα και τις τρελές μεταγραφές.

Κι εκεί που έκανα τις παραπάνω σκέψεις, ήρθε η είδηση της απόφασης που πήρε η Beijing Guoan να επενδύσει περί τα 74 εκατ. ευρώ στην αγορά του Σεντρίκ Μπακαμπού από την Βιγιαρεάλ, και να κάνει τον Κονγκολέζο επιθετικό τον πιο ακριβό Αφρικανό ποδοσφαιριστή στην Ιστορία, για να με … ξαναβάλει στη θέση μου. Οχι, η κατάρρευση του κινεζικού ποδοσφαιρικού οικοδομήματος του προέδρου Σι Τζίνπινγκ δεν ξεκίνησε. Θα αργήσει; Θα έρθει; Ή μήπως όντως οι Κινέζοι τούτη τη φορά το έχουν βάλει πείσμα να φτιάξουν ποδόσφαιρο;

Πάνω στην ώρα ήρθε μια ψηφιακή συζήτησή μου με τον Ζήση Γκέτσο, έναν Ελληνα προπονητή που ζει εδώ και περίπου τρία χρόνια στην Κίνα, και εργάζεται στη βάση, στην ανάπτυξη των υποδομών, εκπαιδεύοντας παιδάκια στο ποδόσφαιρο. Ο Ελληνας προπονητής, που ζει και εργάζεται στην Τσενγκντού, σε μια πόλη των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, παρακολουθεί και μελετά την εξέλιξη του κινεζικού ποδοσφαίρου, και φυσικά ήταν σε θέση να απαντήσει εμπεριστατωμένα σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, γι’ αυτό και βρήκα νόημα να μοιραστώ αυτή τη συνομιλία μας μαζί σας.

Πώς βρέθηκε ένας Ελληνας του ποδοσφαίρου στην Κίνα;

“Ηθελα να αφοσιωθώ στις αναπτυξιακές ηλικίες, είχα αντιληφθεί ότι αν θέλεις να αποδόσεις και να εξελιχθείς πρέπει να είσαι αφοσιωμένος σε αυτό, άρα να μπορείς και να ζήσεις από αυτό, και κάπως έτσι όταν δέχθηκα μια πρόταση το αποφάσισα. Η Κίνα είναι ακόμη στη φάση της προσαρμογής και της εξοικείωσης με το ποδόσφαιρο, αλλά οι Κινέζοι το αγαπούν και προσπαθούν. Ολο αυτό που συμβαίνει εδώ, και η εμπειρία που έχω αποκτήσει έχοντας προπονήσει περισσότερα από 3.500 παιδιά είναι πολύτιμα εφόδια για την εξέλιξή μου στο ποδόσφαιρο. Μέσα από τη συνεργασία με τους προπονητές που έχουν φτάσει εδώ από διαφορετικές χώρες έχει ανοίξει ο ορίζοντάς μου και έχει αλλάξει η οπτική μου για το ποδόσφαιρο”.

Αργεί η ανάπτυξη των υποδομών;

“Στη σύγκριση με τα ευρωπαϊκά στάνταρ διαπιστώνεις ότι οι ακαδημίες εδώ υστερούν σε ποιότητα. Οχι σε οργάνωση, αλλά σε ποιότητα. Βεβαίως υπάρχουν και οι ιδιωτικές σχολές που έχουν φέρει ξένους προπονητές και λειτουργούν σε υψηλότερο επίπεδο, όπως και κάποια σχολεία που δίνουν χρόνο στις προπονήσεις. Αυτή πάντως είναι μια πολύ μεγάλη, ανεξάντλητη συζήτηση, σχετικά με την ανάπτυξη και τη διάδοση του ποδοσφαίρου στα παιδιά”.

Και πώς συνεννοείται κανείς με τους Κινέζους;

“Χρειάζεται να αφιερώσεις πάρα πολύ χρόνο για να μάθεις τα κινέζικα. Εχω μάθει τις βασικές λέξεις, αλλά και πολλά παιδιά έχουν πάρει τη βασική γνώση των αγγλικών επειδή κάποια σχολικά μαθήματα γίνονται μόνο στα αγγλικά. Κάπως έτσι καταφέρνουμε να συνεννοηθούμε”.

Αντιλαμβάνεσαι ότι θα κρατήσει, ότι θα έχει διάρκεια αυτή η επένδυση της Κίνας στο ποδόσφαιρο;

“Ναι, θα κρατήσει, γιατί το ποδόσφαιρο έχει αρχίσει και τους γίνεται συνήθεια, μπαίνει στις συνήθειές τους. Είναι μια τεράστια χώρα, που είναι αναπτυσσόμενη, και έχει πάρα πολλούς επιχειρηματίες που επενδύουν πολλά χρήματα στο ποδόσφαιρο. Φυσικά παίζει μεγάλο ρόλο η αγάπη του Προέδρου για το ποδόσφαιρο. Χάρη σε αυτή άλλωστε έχουν ληφθεί αποφάσεις που επηρεάζουν πολύ τη σχέση των Κινέζων με το ποδόσφαιρο. Στην πόλη που βρίσκομαι αποφασίστηκε πρόσφατα η κατασκευή ακόμη περισσότερων γηπέδων προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το ποδόσφαιρο.
Βέβαια παρ’ όλα αυτά κάποιος σκέπτεται ότι το ποδόσφαιρο θέλει υπομονή, και πολλοί Κινέζοι δεν έχουν ή δεν καταλαβαίνουν γιατί απαιτείται τόση υπομονή. Συνεπώς είναι δεδομένο ότι δοκιμάζεται και θα συνεχίζει να δοκιμάζεται αυτή η σχέση, της Κίνας με το ποδόσφαιρο. Ομως κάθε χρόνο δημιουργούνται νέες ομάδες στις μεγαλουπόλεις, αρχίζουν να γίνονται πιο οργανωμένα πρωταθλήματα και τουρνουά στις αναπτυξιακές ηλικίες, και αυτά είναι θετικά δείγματα που τεκμηριώνουν την διάθεση της Κίνας να δημιουργήσει δικούς της ποδοσφαιριστές. Αυτή η διάθεση πιστοποιήθηκε και από την απόφαση που επιβάλει σε κάποιον που κάνει μια ακριβή μεταγραφή να δίνει αντίστοιχο ποσό στην ποδοσφαιρική ομοσπονδία για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Λαμβάνονται αποφάσεις για την προώθηση – μονιμοποίηση περισσότερων ποδοσφαιριστών ηλικίας κάτω των 23 ετών, οι ομάδες κάνουν πιο έντονο το ενδιαφέρον τους για νεαρούς ποδοσφαιριστές, και στη γενική εικόνα αν κάνεις τη σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια διαπιστώνεις ότι έχουν γίνει θετικά βήματα. Χρειάζεται όμως χρόνος”.

Η διαφορά στον τρόπο ζωής είναι διαχειρίσιμη; Μπορεί δηλαδή να “αντέξει” για πολύ καιρό εκεί ένας σταρ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου;

“Αν και έχει διαφορά ο τρόπος ζωής, εγώ τον βρίσκω διαχειρίσιμο. Κι αν μιλάμε για το επίπεδο των σούπερ σταρ, και λάβουμε υπόψη τις παροχές που έχουν από τους συλλόγους, οι οποίοι τους δίνουν και τους κάνουν τα πάντα προκειμένου να τους έχουν χαρούμενους, η ζωή είναι απολύτως διαχειρίσιμη. Το Πεκίνο, η Σανγκάη, η Γκουαντζού έχουν πάρα πολλούς ξένους, κι έτσι υπάρχουν περιοχές που έχουν πλησιάσει τον δυτικό τρόπο ζωής. Ειδικά η Σανγκάη πλησιάζει πολύ τον δυτικό τρόπο ζωής. Σίγουρα η γλώσσα είναι ένα πρόβλημα στην επικοινωνία, αλλά αυτό το πρόβλημα οι ποδοσφαιριστές το αντιμετωπίζουν σε πολλές χώρες μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.

Οι μεγάλες ομάδες έχουν οργάνωση, έχουν αρτιότητα στις εγκαταστάσεις και στο τεχνικό και υποστηρικτικό επιτελείο, δεν τους λείπει κάτι.

Καλά όλα αυτά, αλλά ο κόσμος δίνει σημασία στο ποδόσφαιρο, στο πρωτάθλημα; Πάνε στο γήπεδο;

“Χρόνο με τον χρόνο όλο και περισσότεροι πηγαίνουν. Φυσικά κυρίως τους τραβούν τα μεγάλα ονόματα που έρχονται, ξαφνικά γίνεται μόδα το ποδόσφαιρο, αλλά αν εξαιρέσεις μερικές ομάδες οι υπόλοιπες δεν έχουν καταφέρει να γεμίζουν τα γήπεδά τους, η συμμετοχή του κόσμου δεν είναι ικανοποιητική ακόμη. Από μακριά σκέφτεσαι ότι είναι αδύνατον να μη γεμίζουν τα γήπεδα σε μια χώρα με τρομακτικό πληθυσμό, αλλά είναι ζήτημα κουλτούρας. Οι Κινέζοι τώρα μαθαίνουν πώς είναι να είσαι ποδοσφαιρόφιλος, φίλαθλος, ή ακόμη και οπαδός μιας ομάδας. Αγαπούν πάντως πάρα πολύ την Εθνική τους ομάδα”.

Με όσα ζεις εκεί εκτιμάς ότι έχει προοπτική να μακροημερεύσει αυτό το πρότζεκτ ανάπτυξης και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του πρωταθλήματος;

“Νομίζω ναι, γιατί μιλάμε για μια τεράστια χώρα και για ένα τεράστιο κοινό. Οσο θα ισχυροποιούνται οι ομάδες, και ειδικά οι μεγάλες ομάδες, τόσο θα μεγαλώνει ο ανταγωνισμός και αυτό θα φέρει εξέλιξη στο πρότζεκτ της βελτίωσης του πρωταθλήματος. Και δεν έχει πιάσει μόνο την Κίνα αυτή η “τρέλα” με το ποδόσφαιρο. Συμβαίνει και σε άλλες ασιατικές χώρες, κι όλο αυτό το περιβάλλον που δημιουργείται, σε σχέση με το ποδόσφαιρο, είναι ενισχυτικό”.

Το σημερινό επίπεδο του κινεζικού πρωταθλήματος σε ποιο ύψος θα το κατέτασσες στην ευρωπαϊκή κλίμακα;

“Αν κάνω τη σύγκριση με το επίπεδο που βρήκα προ 3ετίας, το σημερινό πρωτάθλημα είναι υψηλότερου επιπέδου. Κι αν συνεχιστεί αυτή η εξέλιξη, μελλοντικά το πρωτάθλημα θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Χρειάζεται όμως πολλή δουλειά ακόμη για να γίνει όλο αυτό ελκυστικό και ανταγωνιστικό και εξαγώγιμο ως τηλεοπτικό προϊόν. Βαδίζει πάντως προς τη σωστή κατεύθυνση προς το παρόν. Οι ξένοι παίκτες κάνουν τη διαφορά, ανεβάζουν πολύ την ποιότητα, και πλέον υπάρχουν και αρκετοί καλοί Κινέζοι ποδοσφαιριστές. Ναι, η πλειοψηφία των Κινέζων εξακολουθεί να υπολείπεται σε ποιότητα, τους λείπουν τα βασικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου ποδοσφαίρου επειδή είχαν κακή αναπτυξιακή προπόνηση. Οσο αλλάζουν οι γενιές όμως έρχονται ποιοτικότεροι ποδοσφαιριστές, επειδή έχουν μάθει το ποδόσφαιρο σωστά σε νεαρή ηλικία, είτε στις ακαδημίες είτε στο εξωτερικό. Οι ξένοι προπονητές που έχουν έρθει εδώ με το επιτελείο τους έχουν επηρεάσει την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου.

Τώρα αν πρέπει να το συγκρίνω, θα πω ότι είναι ήδη καλύτερο από το ελληνικό πρωτάθλημα λόγω των ξένων παικτών που έχουν ανεβάσει την ποιότητα, αλλά και λόγω οργάνωσης και εγκαταστάσεων – γηπέδων. Αν το συγκρίνω, για παράδειγμα, με το πορτογαλικό, στο επίπεδο των μεγάλων ομάδων σίγουρα είναι μεγαλύτερη η ποιότητα του πορτογαλικού πρωταθλήματος, αλλά αν το συγκρίνω στο επίπεδο των μεσαίων και μικρών ομάδων, τότε είναι κοντά”.

Θα παρότρυνες έναν Ελληνα του ποδοσφαίρου να πάρει την απόφαση να ακολουθήσει τον δρόμο προς τον Κίνα;

“Η Ελλάδα έχει πολλά ταλαντούχα παιδιά στον χώρο του ποδοσφαίρου, σε όλες τις ειδικότητες. Θεωρώ ότι η επαφή με προπονητές και ανθρώπους του ποδοσφαίρου άλλων εθνικοτήτων σε κάνει καλύτερο, σε ωριμάζει και σε εξελίσσει και σαν επαγγελματία αλλά και άνθρωπο. Ανταλλάσσεις ιδέες και εμπειρίες, μαθαίνεις διαφορετικές μεθοδολογίες, βρίσκεσαι μπροστά σε ευκαιρίες. Οι Έλληνες του ποδοσφαίρου αξίζουν τις ευκαιρίες. Οικονομικά, οι ευκαιρίες είναι από μέτριες έως πολύ καλές. Τώρα το αν όλα αυτά αξίζουν για να πάρει κάποιος την απόφαση, αυτή είναι μια ερώτηση προσωπική και σχετική”.

 

Σχόλια

σχόλια