Σύμφωνα με έρευνα της ΔιαΝΕΟσις «η αύξηση ποσοστού των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά την περίοδο 2007-2016 είναι της τάξης των 8 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία πρακτικά σημαίνει αυξημένο κίνδυνο φτωχοποίησης ή αποκλεισμού ενός πολύ σημαντικού πληθυσμιακού ποσοστού (περίπου 700.000 ατόμων)».

Όπως αναφέρει άρθρο του κ. Μάνθου Ντελή, καθηγητή στο Montpellier Business School, αυτό το ποσοστό, πριν την κρίση, λογιζόταν ως μεσαία τάξη.

Μάλιστα, όπως καταδεικνύεται από διάγραμμα, η αύξηση αυτή είναι εφάμιλλη για άνδρες και γυναίκες.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το ποσοστό ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ανά ηλικιακή ομάδα.

Η μόνη ηλικιακή ομάδα για την οποία δεν παρατηρείται αύξηση είναι αυτή των 55 ετών και άνω, που κυρίως περιλαμβάνει συνταξιούχους.

Αντίθετα, αυξάνεται τόσο ο κίνδυνος παιδικής φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όσο και ο αντίστοιχος κίνδυνος για τις παραγωγικές ηλικίες. «Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στην τεράστια αύξηση του κινδύνου για τους νέους 16-24 ετών». σημειώνεται.

Οι δείκτες αυτοί είναι πλήρως εναρμονισμένοι με τη μεγάλη αύξηση στην ανεργία και ιδιαίτερα στην ανεργία των νέων. Το Διάγραμμα 5 δείχνει αφενός τη μεγάλη απόκλιση στην εργασία των νέων στην Ελλάδα σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ και αφετέρου τη σημαντική μείωση στην Ελλάδα στο ποσοστό εργασίας στις ηλικίες 15-24.

Ο κ. Ντελής σημειώνει ότι «η μέτρηση της εγχώριας οικονομικής ανισότητας γίνεται κυρίως με τον δείκτη Gini, που ορίζεται ως η ανισότητα μεταξύ των αξιών μιας κατανομής συχνοτήτων, π.χ. των εισοδημάτων ή της κατανάλωσης των φυσικών προσώπων. Μηδενικό Gini σημαίνει μηδενική ανισότητα και υψηλό Gini σημαίνει υψηλή ανισότητα. Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρείται σημαντική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και μάλιστα προς αρκετά υψηλό επίπεδο. Σε χώρες όπως η Γερμανία και η Σουηδία, η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται, αλλά παραμένει σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Στην Ελλάδα, η εισοδηματική ανισότητα σταδιακά μειωνόταν από το σχετικά υψηλό επίπεδο πριν από το 1980, με την τάση απομείωσης ουσιαστικά να διακόπτει η κρίση, καθώς από το 2009 η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται. Ωστόσο η παρατηρούμενη αύξηση είναι μικρότερη του αναμενόμενου (με βάση τη σημαντική μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος), γεγονός που παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω του μεγέθους της κρίσης και μας οδηγεί στο να εξετάσουμε πιο συστηματικά την ελληνική περίπτωση.

«Πολλοί συνδέουν την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας με την απελευθέρωση των αγορών και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας που συντελέστηκε στις προηγμένες οικονομικά χώρες την ίδια περίοδο. Σε αυτή την ενότητα θα δείξουμε ότι η απελευθέρωση των αγορών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των επιχειρήσεων, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αύξηση της οικονομικής ανισότητας, αλλά αποτελεί και σημαντικό τρόπο αντιμετώπισής της. Παράλληλα, θα δείξουμε ότι δύο βασικοί και αλληλένδετοι παράγοντες αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας είναι η εκπαιδευτική εξειδίκευση και η έλλειψη επενδυτικών κεφαλαίων προς όσους δεν διαθέτουν εχέγγυα αποπληρωμής των επενδυτικών δανείων», σημειώνεται επίσης.

Σχόλια

σχόλια