Kυβέρνηση και Κομισιόν εμφανίστηκαν χθες αποφασισμένοι να κάνουν αμοιβαία βήματα συμβιβασμού στο «φλέγον» θέμα των Εργασιακών. Βέβαια, μένουν ακόμη πολλά βήματα να γίνουν, για να διανυθεί η απόσταση που χωρίζει όχι μόνο την κυβέρνηση με το σύνολο των θεσμών που εκπροσωπούνται στο κουαρτέτο των δανειστών, αλλά και τους δανειστές μεταξύ τους.

Χθες πάντως, κατά τη συνάντηση του Ευρωπαίου επιτρόπου Πιερ Μοσκοβισί με την Υπουργό Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, διεφάνη ότι οι δύο πλευρές συζητούν ήδη τις αναγκαίες προσαρμογές στα εργασιακά, βάσει του 3ου Μνημονίου, λαμβάνοντας όμως υπόψη και τις αρχές του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου.

Υπέρ του οποίου φέρεται να τάχθηκε και ο Γάλλος επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αμέσως μετά τη συνάντηση, την οποία ο κ. Μοσκοβισί χαρακτήρισε καλή και εποικοδομητική, πηγές προερχόμενες από το υπουργείο Εργασίας έκαναν λόγο για σαφέστατη πρόοδο που ανοίγει τον δρόμο για μια καλή συμφωνία στα εργασιακά. Σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ο Ευρωπαίος επίτροπος συμμερίστηκε τις απόψεις της ελληνικής πλευράς, τονίζοντας πως η Επιτροπή στηρίζει πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο και ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να τεθεί σε καθεστώς εξαίρεσης.

Λιγότερο… εκδηλωτικός ο κ. Μοσκοβισί κατά την επίσημη συνέντευξη Τύπου, όταν ρωτήθηκε για το θέμα, δήλωσε πως με βάση τα στοιχεία που κατέθεσε στην Ελληνίδα υπουργό Εργασίας, επιθυμεί μια συμφωνία για τα εργασιακά μέχρι τα τέλη της τρέχουσας εβδομάδας. Σημείωσε μάλιστα, ότι η πρότασή του προς την κ. Αχτσιόγλου περιλαμβάνει τις αναγκαίες προσαρμογές που περιέχει το μνημόνιο, είναι όμως, παράλληλα, προσηλωμένη και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, κατά τη χθεσινή συνάντηση των δύο πλευρών, η κ. Αχτσιόγλου επιχειρηματολόγησε υπέρ των ελληνικών προτάσεων για τις συλλογικές συμβάσεις, επισημαίνοντας ότι κινούνται εντός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου όπως αυτό ορίζεται μέσα από τους Ευρωπαϊκούς Χάρτες, τις Διεθνείς Συνθήκες του ILO και το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τα εργασιακά.

Παρουσίασε μάλιστα πίνακες, βάσει των οποίων φαίνεται καθαρά ότι μετά τις παρεμβάσεις των δύο προηγούμενων μνημονίων, η προστασία των Ελλήνων εργαζομένων στο θέμα των ομαδικών απολύσεων βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεν απαιτούνται αλλαγές, κυρίως αναφορικά με το επιτρεπόμενο όριο, ενώ η προστασία των εργαζομένων μέσω της νομοθεσίας (περιλαμβάνονται κανόνες τόσο για τις προσλήψεις όσο και τις απολύσεις, για θέματα συλλογικών συμβάσεων και διαπραγματεύσεων, δικαστικές αποφάσεις και κανονισμούς) υπολείπεται σημαντικά από πολλές ευρωπαϊκές χώρες και είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αναλυτικά, ο δείκτης προστασίας από τις ομαδικές απολύσεις (δεύτερος πίνακας) είναι στο 3,25 έναντι 5,13 στο Βέλγιο, 3,88 στο Λουξεμβούργο και 3,75 στην Ιταλία και τη Λετονία.

Στον αντίποδα, στο θέμα της εν γένει προστασίας της εργασίας (πρώτος πίνακας), στο οποίο περιλαμβάνεται η συλλογική εκπροσώπηση και διαπραγμάτευση, η χώρα μας βαθμολογείται με 2,41 (έναντι 2,48 του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και υπολείπεται σημαντικά από χώρες όπως η Γερμανία με 2,98, το Βέλγιο με 2,95, η Ολλανδία με 2,94 αλλά και η Γαλλία με 2,82 και η Ιταλία με 2,79.

 

Όπως μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά η ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας, καθ’ όλη τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, η προστασία των εργαζομένων βρίσκεται στον μέσο όρο σύμφωνα και με τους δείκτες του ΟΟΣΑ και όχι κάποιου… μαρξιστικού Ινστιτούτου.

Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, επιδιώκεται η επαναφορά της δυνατότητας επέκτασηςτων κλαδικών συμβάσεων και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο.

Στο θέμα της επεκτασιμότητας μάλιστα, φαίνεται πως συναινεί με την πρόταση των δανειστών για δημιουργία ενός αξιόπιστου μηχανισμού παρακολούθησης της αντιπροσωπευτικότητας των κλαδικών συμβάσεων. Αλλά και σε αυτό της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο σε περίπτωση κλαδικής και επιχειρησιακής σύμβασης, ή επιχειρησιακής και ατομικής, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή συμφωνία, η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας δεν αποκλείει την αποδοχή της πρότασης της επιτροπής Σοφών για πρόβλεψη συγκεκριμένων προϋποθέσεων, βάσει των οποίων δεν θα ισχύει η ευνοϊκότερη ρύθμιση.

«Θέλουμε την αγορά εργασίας να λειτουργεί χωρίς περιττούς περιορισμούς. Θέλουμε όμως και ισχυρούς κοινωνικούς εταίρους, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται», ήταν η δήλωση του κ. Μοσκοβισί για το θέμα που άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο διαφοροποίησης της Επιτροπής από τις προηγούμενες θέσεις των θεσμών. Σε άλλο σημείο μάλιστα, τάχθηκε τόσο υπέρ της ευελιξίας όσο και υπέρ της ύπαρξης διαπραγματευτικής ισχύος για τους εργαζόμενους.

«Η Κομισιόν είναι προσηλωμένη στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Χρειάζεται ο κοινωνικός διάλογος, που αυτό σημαίνει συλλογικές διαπραγματεύσεις«, επεσήμανε ο κ. Μοσκοβισί.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ελληνική πλευρά δεν θα προχωρήσει στις αναγκαίες και σημαντικές υποχωρήσεις προκειμένου να επιτευχθεί έστω μια ισοπαλία στα εργασιακά. Το καυτό θέμα είναι οι ομαδικές απολύσεις, για τις οποίες η κυβέρνηση, ενώ ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους ότι δεν θα δεχθεί αύξηση του ορίου από 5% σε 10%, αφήνει πλέον ξεκάθαρα ανοικτό το ενδεχόμενο κατάργησης του υπουργικού βέτο, καθώς σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει αντίστοιχη πολιτική – διοικητική παρέμβαση στη λήψη της απόφασης για ομαδικές απολύσεις.

Δέχεται μάλιστα και την πιθανότητα μιας ανεξάρτητης και ισορροπημένης ως προς τη συμμετοχή κυβέρνησης, εργοδοτών και εργαζομένων, αρχής που θα διενεργεί τον προέλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των επιχειρήσεων, αρνείται όμως να αρκεστεί μόνο στον έλεγχο της διαδικασίας και ζητεί να υπάρχει κάποιος έλεγχος και στα οικονομικά στοιχεία βάσει των οποίων οι επιχειρήσεις προχωρούν στις ομαδικές απολύσεις.

Η φόρμουλα συμφωνίας θα πρέπει να «κλειδώσει» πριν δημοσιοποιηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε., που σύμφωνα με εκτιμήσεις θα εκδοθεί μετά τις 20 Δεκεμβρίου.

Πηγή