«Βρώμικη» έξοδο θα κάνει η Ελλάδα από το πρόγραμμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών της JP Morgan, οι οποίοι εκτιμούν ότι η προσφυγή της χώρας σε προληπτική γραμμή πίστωσης είναι πολύ πιθανή. Παράλληλα, ο οίκος παραμένει «ουδέτερος» στις ελληνικές μετοχές, δεδομένου του προφίλ υψηλού ρίσκου.

Στην τελευταία ανάλυσή της, η JP Morgan, αναφέρει ότι η σύνδεση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς με τις πιθανές αποφάσεις για το ελληνικό χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά.

Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο, η τέταρτη και τελική αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 21 Ιουνίου και θα οδηγήσει στην εκταμίευση δόσης 11,7 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της, η προσφυγή σε προληπτική γραμμή πίστωσης είναι πολύ πιθανή, καθώς όπως εκτιμούν οι αναλυτές της η Ελλάδα θα πραγματοποιήσει «βρώμικη έξοδο» από το πρόγραμμα.

Όπως επισημαίνει η JP Morgan, τα ελληνικά 2ετή ομόλογα έχουν απόδοση 1,40% (353 μονάδες βάσης χαμηλότερα από τον μέσο όρο του 2017 και 119 μονάδες βάσης κάτω από τα αντίστοιχα αμερικανικά).

Οι ελληνικές τράπεζες μείωσαν τα NPEs (μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα) κατά 4,7 δισ. ευρώ στα 95,7 δισ. ευρώ  το 4o τρίμηνο του 2017 έναντι στόχου για 95,9 δισ. ευρώ, ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός το πρώτο 4μηνο κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,3 δισ. ευρώ.

Όπως αναφέρει η JP Morgan, το ελληνικό αφήγημα της χρηματιστηριακής αγοράς δεν έχει αλλάξει τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια, καθώς εξελίσσεται γύρω από την ολοκλήρωση ή καθυστέρηση των αξιολογήσεων, την μείωση ή την αύξηση της καταναλωτικής και της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, την επιβράδυνση ή την επιτάχυνση του ΑΕΠ και το ράλι ή διόρθωση της χρηματιστηριακής αγοράς.

Ο επόμενος καταλύτης, όπως αναφέρει ο οίκος, θα είναι μια πιθανή ανακοίνωση σχετικά με την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, η οποία ενδεχομένως να οδηγήσει σε ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE.

Με βάση αυτό το σενάριο το οποίο εκτιμά η JP Morgan πως είναι το πιο πιθανό, η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις καθαρές αγορές τίτλων ύψους 30 δισ. ευρώ μηνιάιως μόνο μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Αναφορικά με τις ελληνικές τράπεζες, ο οίκος εκτιμά πως παραμένουν οι φθηνότερες στον κλάδο, με δείκτη τιμής/λογιστικής αξίας στο 0,3x, με βάση τα στοιχεία δ’ τριμήνου του 2017, ενώ τα stress tests έδειξαν ότι δεν υπάρχει άμεση ανάγκη για νέα κεφάλαια. Ο οίκος σημειώνει πως η Alpha Bank παρουσίασε τις ισχυρότερες επιδόσεις.

Μετά από όλα αυτά η JP Morgan τονίζει δεδομένου του υψηλού προφίλ ρίσκου και του μικρού μεγέθους της ελληνικής αγοράς,  διατηρεί ουδέτερη στάση.

Ένα βασικό ρίσκο-κλειδί στο καλό σενάριο για τις ελληνικές μετοχές θα μπορούσε να αποτελέσει η πρόωρη λήξη του QE της ΕΚΤ, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιπλέον ανοδική πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων της περιφέρειας.

Ο OTE είναι το μοναδικό top pick της JP Morgan στην Ελλάδα καθώς όπως σημειώνει, η εισηγμένη επιστρέφει την ανάπτυξη του 2018 μετά από σχεδόν μία δεκαετία απωλειών. Οι αναλυτές της αμερικάνικης τράπεζας εκτιμούν ότι ο ΟΤΕ θα έχει σημαντική βελτίωση στις ταμειακές ροές και στα κέρδη των μετοχών στο μεσοπρόθεσμο διάστημα.

Αναφορικά με τις επιμέρους μετοχές, ο ΟΤΕ αποτελεί το μοναδικό top pick της JP Morgan, καθώς όπως αναφέρεται στην έκθεση του οίκου, η εταιρεία επιστρέφει σε ανάκαμψη το 2018 μετά από σχεδόν μία δεκαετία απωλειών. Οι αναλυτές του οίκου αναμένουν στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, ισχυρή βελτίωση στις ταμειακές ροές και τα κέρδη των μετοχών.