Γιατί η συμμετοχή του ΔΝΤ δεν εγγυάται την έξοδο στις αγορές

«Το ΔΝΤ είναι ένας Οργανισμός με προτεραιότητα τη σταθερότητα του διεθνούς (σ.σ. νομισματικού) συστήματος. Και αυτό κάναμε στις 15 Ιουνίου όταν η κυρία Λαγκάρντ συμφώνησε με τους συγκεκριμένους όρους στην υπό προϋποθέσεις συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Η εκταμίευση της δόσης από τον ESM για την κάλυψη των τοκοχρεολυσίων της 20ής Ιουλίου ήταν αυτή η προτεραιότητα για την οποία το Ταμείο δούλεψε με συνέπεια στις αρχές του και σε συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους του». Μένει τώρα, όπως τονίζουν από το ΔΝΤ, να διευκρινισθούν οι όροι που οι Ευρωπαίοι εταίροι του, προτίθενται να προχωρήσουν σε περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους. «Και αυτό θα πρέπει να γίνει μέσα στον επόμενο (σ.σ. Ιούλιο) μήνα…«.

Με το σχόλιο αυτό παράγοντας του Ταμείου, υπό τον όρο άτυπης διευκρίνισης, απάντησε στο «Κ», όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσο το Ταμείο θα συμμετάσχει τελικά με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα και πότε.

Κανείς, όπως παραδέχονται και από την άλλη πλευρά, την πλευρά της Ευρωζώνης, «δεν θα μπορούσε να πάρει πάνω του την ευθύνη για μία νέα αναταραχή στις διεθνείς αγορές» από την απειλή του ενδεχόμενου μη έγκαιρης αποπληρωμής των υποχρεώσεων της Ελλάδας στις υποχρεώσεις του Ιουλίου…

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η Αθήνα «είχε έγκαιρα αυτήν τη φορά εξαντλήσει τις δικές της υποχρεώσεις ψηφίζοντας στην ελληνική Βουλή όλες τις απαιτούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις…».

Στην «ερμηνεία» αυτή για τη στάση του ΔΝΤ, δηλαδή την αποδοχή συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα υπό τον όρο «κατ’ αρχήν» και την προϋπόθεση της περαιτέρω διευκρίνισης των μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους, συμφωνούν και από την πλευρά της Ουάσινγκτον.

Ο κίνδυνος

Ο ΥΠΟΙΚ κ. Μνούτσιν, απαντώντας σε σχετική ερώτηση παραδέχθηκε ότι «αυτό το καλοκαίρι θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα που θα είχε σημαντικές ανησυχίες για τις αγορές και την οικονομία. Και νομίζω ότι ήταν ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτών των διαπραγματεύσεων…». Άλλωστε, όπως επισήμανε στην ίδια συνέντευξη: «Η δέσμευση (χρηματοδότηση) του ΔΝΤ προς την Ελλάδα ήταν πολύ μικρή. Δεν είμαι καν βέβαιος ότι η Ελλάδα θα τη χρησιμοποιήσει αναγκαστικά, γι’ αυτό νομίζω ότι η σημασία ήταν πραγματικά περισσότερο «σφραγίδα έγκρισης”. Και, πάλι, δεν υπάρχει άμεσο κόστος για τις ΗΠΑ ή τους φορολογουμένους…», για να τονίσει ότι στην περίπτωση αυτή, «το ΔΝΤ ήταν πολύ χρήσιμο όσον αφορά τη σταθεροποίηση της κατάστασης στην Ελλάδα και τη συνεργασία με την Ευρώπη…».

Στην ίδια λογική, ο κ. Τόμσεν είχε δηλώσει αμέσως μετά τη συνάντηση της 15ης Ιουνίου ότι η φόρμουλα που επιλέχθηκε ήταν απαραίτητη «για τη σταθεροποίηση του συστήματος…».

Πράγματι, όπως σχολιάζουν πολλοί αναλυτές αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών, στα reports προς τους επενδυτές, μετά τη συνάντηση αυτή του Eurogroup, κανείς δεν θα μπορούσε να περιμένει ότι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ θα έριχναν τις αγορές σε μία τέτοιας έκτασης περιπέτεια οδηγώντας την Ελλάδα σε «ατύχημα» μη αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων του Ιουλίου και ειδικά απέναντι στην ΕΚΤ (στις 20 Ιουλίου λήγουν 3,877 δισ. ευρώ).

Διπλωματικοί κύκλοι στις Βρυξέλλες, σημειώνουν με έμφαση ότι η φόρμουλα αυτής της «λύσης» που επέτρεψε –λόγω της υπό όρους συμμετοχής του ΔΝΤ– να προχωρήσει η εκταμίευση της δόσης των 8,5 δισ. ευρώ και να αποφευχθεί η απειλή ενός ατυχήματος, «ουδόλως διευκολύνει την ΕΚΤ όσο αφορά την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE«.

Στην πραγματικότητα, όπως παρατηρούν, «το ΔΝΤ απομακρύνει αυτή τη δυνατότητα» για όσο χρονικό διάστημα το ίδιο (σ.σ. το Ταμείο) κρατά «ανοικτό το δικαίωμα να κηρύξει το ελληνικό χρέος και πάλι μη βιώσιμο«, αν η Ευρωζώνη δεν δεχθεί να δρομολογήσει τα μέτρα ελάφρυνσής του που θεωρεί επαρκή το ΔΝΤ.

Και κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να ξεκαθαριστεί αν η επόμενη Βουλή της Γερμανίας δεν πάρει τις αποφάσεις που η επόμενη κυβέρνηση θα εισηγηθεί.

Και αυτό θα εξαρτηθεί, επίσης, από την σύνθεση της νέας κυβέρνησης στην οποία «δεν μπορεί κανείς ακόμα να προκαθορίσει το ποιος θα είναι ο κυβερνητικός εταίρος της κατά τα φαινόμενα νικήτριας των επόμενων εκλογών κυρίας Μέρκελ…».

Με άλλα λόγια, η φόρμουλα της συμφωνίας στις 15 Ιουνίου έχει παγιδεύσει τα ελληνικά ομολόγα στη διελκυστίνδα των διαφορών μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ που παραμένουν ανελαστικές…

Αναδημοσίευση από το «Κεφάλαιο» που κυκλοφορεί.