Σε αρχαία Σανσκριτικά κείμενα από την Ινδική μυθιστορία (μυθολογία), συναντάμε τα Νάγκας ή Ναγκίνι στη θηλυκή τους μορφή, μια φυλή δαιμόνων ή ημίθεων.

Από τη μέση και κάτω φίδια και συγκεκριμένα κόμπρες , και από τη μέση και πάνω άνθρωποι, με ένα ή αρκετά κεφάλια. Η φυλή αυτή σχετιζόταν με το υγρό στοιχείο και κάποιες φορές αναφέρονται για τις μυστικιστικές τελετές μύησης σε απόκρυφες γνώσεις μέσω ελίτ κοινωνιών. Εδώ βλέπουμε συσχετισμό με τις σημερινές μυστικές οργανώσεις, τελετές μύησης κλειστών κοινωνικών ομάδων. Η γνώση που μοιράζονταν κατ επιλογήν τους στα μυστήρια περιείχε τεχνολογίες και επιτεύξεις, μυστήρια άγνωστα για τους απλούς ανθρώπους.

Εδώ βλέπουμε για άλλη μια φορά τα ανθρωπόμορφα φίδια σε ρόλο κατώτερης θεότητας που βασίλεψε ανάμεσά μας με γνώσεις τεχνολογιών που στο πέρασμα του χρόνου χάλκευσαν πολλές δομές της κοινωνίας.

Στο Ινδικό έπος Μαχαμπαράτα , η απεικόνιση των Νάγκας τείνει προς το αρνητικό ,και σκιαγραφούνται ως τα θύματα που αξίζουν την θυσία του φιδιού και τη θήρευση του από τον βασιλιά αετό Γκαρούντα. Στο έπος ονομάζονται «οι πιο εχθρικοί απ ‘όλα τα πλάσματα» αναφαίρετε επίσης «τα φίδια είχαν θανάσιμο δηλητήριο, ειδικές (μεταφυσικές) ιδιότητες καθώς και δύναμη υπεροχής σε σχέση με εμάς. (Βιβλίο πρώτο : Adi Parva παράγραφος 20). Την ίδια στιγμή οι Νάγκας δείχνουν να είναι σημαντικοί συμμέτοχοι σε πολλά γεγονότα που διαδραματίζονται στο έπος , συχνά όχι περισσότερο κακοί ή εξαπατητές από άλλους πρωταγωνιστές , και κάποιες φορές σύμμαχοι του καλού.

Η μεγάλη νέμεσις για τους Νάγκας στην Μαχαμπαράτα , είναι ο γιγάντιος αετός βασιλιάς Γκαρούντα . Οι δυο τους ξεκίνησαν την ζωή ως ξαδέλφια . Ο μέγας σοφός Κασιάπα είχε δυο συζύγους , την Κάντρου και την Βινάτα .Η πρώτη επιθυμούσε πολλούς απογόνους και η δεύτερη λίγους αλλά δυνατούς. Η ευχή και των δυο πραγματοποιήθηκε, η Κάντρου γέννησε 1000 αυγά που επωάστηκαν σε φίδια (Νάγκας), και η Βινάτα γέννησε δυο, τον επί άρματος θεό Ήλιο Σούρια και τον Γκαρούντα. Από ένα χαζό στοίχημα η Βινάτα σκλαβώθηκε στην αδελφή της και σαν αποτέλεσμα αυτού απαιτούνταν από τον γιος της Γκαρούντα να εκτελεί τις επιθυμίες τον φιδιών.

Εξαναγκασμένος σε συμμόρφωση ο Γκαρούντα μπήκε σε μια ασθενική κατάσταση που δεν θα μπορούσε ποτέ να βγει από αυτήν οικιοθελώς. Όταν ρώτησε τα Νάγκας τι έπρεπε να κάνει ώστε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του, του ζήτησαν να τους παραδώσει την αμρίτα (αμβροσία) ,το ελιξίριο της αθανασίας . Εκπληρώνοντας την επιθυμία των ερπετών έκλεψε το ελιξίριο από τους θεούς . Όμως εξαπατώντας τους ,απέτρεψε την βρώση του ελιξίριου και την αθανασία που ήθελαν να επιτύχουν . Από τότε τους θεώρησε εχθρούς του και τροφή. Υπάρχουν επίσης αναφορές ότι κάποια Νάγκας απέκτησαν την αθανασία πίνοντας το χυμένο στο έδαφος ελιξίριο που τους χάρισε επίσης το χαρακτηριστικό της διχαλωτής γλώσσας.

Αναφέρεται ότι στην αρχή τα Νάγκας ζούσαν στη επιφάνεια της γης . Τότε ο Μπράχμα άνοιξε ένα πλατύ κομμάτι της γης και κύλισαν μέσα σε αυτό. Αφού μετακόμισαν στον υποχθόνιο κόσμο, την Πατάλα, έκτισαν προς τιμή του εκτυφλωτικά λαμπρά παλάτια που γυάλιζαν από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ο σοφός Δράκος Βασούκι έγινε βασιλιάς τους και κυβέρνησε στην υπόγεια πόλη Βχογκαβάτι, που ήταν γεμάτη από θησαυρούς ανίδωτους στην γη . Η μυθική τοποθεσία της πατρίδας τους θεωρείτε το βουνό Μερού οπού κατοικούσαν υπογείως του ,αλλά τα συναντάμε και σε υδάτινες περιοχές ποτάμια και λίμνες.

Οι πληροφορίες μας για την περιγραφή των Νάγκας δείχνει διαφορές σε μορφή και ιεραρχία ανάμεσα τους . Τα συναντάμε με ένα, αλλά και περισσότερα κεφάλια έως επτά ,καραφλά με πλατύ λαιμό κόμπρας με πόδια ή χωρίς. Τα χρώματα τους μπλε , πράσινο , κόκκινο , μαύρο , και λευκό καθώς και με διάφορους τύπους ενδυμασίας συχνά διακοσμημένες με πολύτιμους λίθους. Αλλού πάλι ως ανθρωπόμορφες φολιδωτές γυναίκες με πράσινο δέρμα. Επίσης ποίκιλαν σε μέγεθος από μικρά, στο μέγεθος ποντικού έως τεράστια στο μέγεθος ενός ελέφαντα και άλλα υπερμεγέθη σαν τις κορυφές βουνών.

Από Ινδικούς μύθους που έφτασαν στις μέρες μας για τις δυνάμεις τους , σχεδόν απ ‘ όλες τις πηγές παρουσιάζονται ως υπερβολικά δηλητηριώδη όντα με θανάσιμο δάγκωμα και αναπνοή με μεγάλες υπνωτικές δυνάμεις επίσης θανάσιμες . Το δηλητήριο τους συχνά συγκρίνονταν με φωτιά , η αστραπή που μπορούσε να αποτεφρώσει κάθε τι ζωντανό. Σε αναφορές από την Μαχαμπαράτα βρίσκουμε για αυτά τα όντα , (το απαίσιο δηλητήριό τους μπορούσε να κάψει σαν φωτιά).

Ήταν ασυνήθιστα έξυπνα και έντεχνα πλάσματα. Η βασική τους τακτική μάχης εναντίον ανθρώπων , θεών , και δαιμόνων ήταν η ενέδρα και η απροειδοποίητη επίθεση με μάγια και δηλητήριο. Θεωρούνταν σοφοί , μάγοι , ικανοί να αναστήσουν νεκρούς και να αλλάξουν την μορφή τους. Μπορούσαν επίσης να διαπεράσουν σκληρό υλικό , να εμφανιστούν από το πουθενά και να εξαφανιστούν πάλι. Είχαν δύναμη εξουσίας σε φωτιά , βροχή , θύελλα και σε άλλα στοιχεία της φύσης. Κάποια από αυτά τα όντα μπορούσαν να πετάξουν , για παράδειγμα ο Τακσχάκα ένας δρακοειδής Νάγκα.

Οι Νάγκας πέραν των άλλων ιδιοτήτων τους είχαν την δυνατότητα μεταμόρφωσης τους σε άνθρωπο ,και συχνά έρχονταν σε περιπτύξεις και γάμους με το είδος μας . Πολύ συχνά ζούσαν με την ανθρώπινη μορφή τους ανάμεσα μας , αλλά κάποιες φορές άνθρωποι ζούσαν μαζί τους στον υπόγειο κόσμο τους , και στις δυο περιπτώσεις έκαναν απογόνους μπερδεύοντας το γενετικό υλικό τους με το δικό μας . Ένα παράδειγμα τέτοιας γέννας ήταν ο σοφός άνδρας Αστίκα που γεννήθηκε από τον γάμο της Τζαρατκαρού της Ναγκίνι αδερφής του βασιλιά δράκου Βασούκι και του σοφού άνδρα Τζαρατκαρού (προφανώς κράτησε το όνομα του συζύγου της η αντιστρόφως ) μαζί απόκτησαν παιδιά και εγγόνια . Οι γυναίκες των Νάγκας –Ναγκίνι , φημίζονταν για την ομορφιά τους και συχνά παντρεύονταν θνητούς βασιλείς ή ήρωες. Στην αρχαία Ινδία οι Νάγκας σχετίζονταν με την γονιμότητα της γης και την καλλιέργεια του σίτου.

ΝΑΓΚΑΣ ΣΕ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΡΟΝΟ

Αναφορές για αυτούς συναντάμε από σανσκριτικά κείμενα , και εκτός της Ινδίας αναφέρονται και σε άλλες χώρες όπως Βιρμανία , Ιάβα ,Λάος , Ταϊλάνδη , Κίνα , και στον πολιτισμό των Χμερ , καθώς και στην θρησκευτική πίστη του Ινδουισμού αλλά και του Βουδισμού . Για τους ναυτικούς Μαλάϊ αντιπροσώπευαν δράκο με πολλά κεφάλια , στην Ταϊλάνδη και Ιάβα ως πλούσια υποχθόνια θεότητα, στο Λάος ως ερπετά του νερού. Ο Πχάγια δράκος του νερού είναι πασίγνωστος στην Ταϊλάνδη και θεωρείται άγιο πλάσμα που λατρεύεται σε ναό , και υποθετικά ζει στον ποταμό Μεκόνγκ.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΕΚΡΟΠΑΣ

Το πιο περίεργο είναι οι πολλές ομοιότητες με την ελληνική μυθιστορία. Ομοιότητες σε παρουσιαστικό όπως ο Κέκροπας , οι Ύδρες , η Σκύλλα , αλλά και οι δράκοι, ένας εκ των οποίον φύλαγε το Χρυσόμαλλο Δέρας . Επίσης κοινές δυνάμεις όπως αυτή της μεταμόρφωσης (διφυής) .Για τις κατοικίες τους όπως η Λερναία Ύδρα που ήταν ποταμίσιο ον αλλά και για την καταγωγή τους ως υποχθόνιες θεότητες. Ο Κέκροπας, γιος της Μητέρας Γης και μυθικός ιδρυτής της πρώτης πόλης των Αθηνών στην Ακρόπολη (που ονομαζόταν Κεκροπία εκείνο τον καιρό), είναι ο πρώτος αττικός ήρωας και χθόνια θεότητα. Με το όνομα χθόνιοι θεοί ή χθόνιες θεότητες ή υποχθόνιες θεότητες χαρακτήριζαν οι αρχαίοι Έλληνες τις διάφορες θεότητες της Ελληνικής Μυθολογίας που είχαν σχέση με τον κάτω κόσμο ή τη Χθόνα (= Γη) εξ ου και υποχθόνιοι. Σήμερα ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται στα ελληνικά και για τον χαρακτηρισμό παρόμοιων θεοτήτων, του κάτω κόσμου, και από μυθολογίες άλλων πολιτισμών.

Στη κατηγορία αυτή περιλαμβάνονταν ο Άδης με κυρίαρχη θέση, ο Πλούτων, η Δήμητρα, η Περσεφόνη η Εκάτη, ο Χθόνιος Ερμής, ο Χάρων, ο Θάνατος κ.λπ. Ο Κέκροπας παρουσιαζόμενος συνήθως ως διφυής, από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω φίδι. Θεωρείται γενάρχης των Αθηναίων (Κεκροπίδες), ενώ πιστεύεται ότι ο τάφος του βρισκόταν στο βορειοδυτικό τμήμα της στοάς των Καρυάτιδων στο Ερεχθείο (Κεκρόπιο). Λατρευόταν κυρίως στην Ακρόπολη υπό τη μορφή φιδιού, έχοντας το δικό του ιερέα, ενώ σ’ αυτόν αποδίδονται η θέσπιση διάφορων νόμων, η εφεύρεση της γραφής, η απογραφή του πληθυσμού, η κατάργηση των ανθρωποθυσιών, η ταφή των νεκρών, ο τρόπος οικοδόμησης οικιών αλλά η διαιτησία στη διαφωνία μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την κηδεμονία της πόλης.

Ο Κέκροπας πρέπει να έζησε γύρω στα 1600 π.Χ.. Σύζυγος του Κέκροπα ήταν η Άγλαυρος, κόρη του Ακταίου, πρώτου βασιλιά των Αθηνών, ενώ αργότερα λέγεται πως ο Κέκροπας έγινε σύζυγος με τη Μητιάδουσα, αδελφή του Δαιδάλου. Η Άγλαυρος ήταν η προσωποποίηση της γονιμότητας του εδάφους και του λαμπρού φωτός. Ο Ακταίος, ο πρώτος γηγενής βασιλιάς της Αττικής, έδωσε το όνομά του στη χώρα του: Ακταία < Ακτική < Αττική.

Ο Κέκροπας έχτισε πόλεις στην Εύβοια και την Κοπαΐδα. Λατρευόταν επίσης στα Μέγαρα, τη Βοιωτία, τον Αλίαρτο, την Εύβοια, τη Θράκη και τη Σαλαμίνα της Κύπρου. Θεωρείται ο ιδρυτής της λατρείας του Δία Υπάτου και της Πολιάδας Αθηνάς.

Ήταν κριτής στη φιλονικία Ποσειδώνα – Αθηνάς για την θεϊκή προστασία της πόλης. Προτίμησε την Αθηνά. Σύμφωνα με τον μύθο, οι αντίπαλοι ανέβηκαν πάνω στον βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν τον δικαστή στη διαφωνία των δυο θεών, ενώ ο Κέκροπας παρίστατο ως μάρτυρας. Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα θάλασσα». Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και αφού κάλεσε τον Κέκροπα για μάρτυρα, φύτεψε μια ελιά πάνω στον βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Το δέντρο αυτό σωζόταν για πολλά χρόνια αργότερα. Μετά από το δώρα της Αθηνάς ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δυο θεούς να δοθεί η πόλη. Συγχρόνως ζήτησαν τη μαρτυρία και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός από το βράχο ψηλά έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δέντρο όμως που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωσε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι’ αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης.

Ο Κέκροπας διαίρεσε τους κατοίκους της Αθήνας σε τέσσερις φυλές, την Αθήνα σε τέσσερις περιοχές, που τις ονόμασε Κεκροπίς, Αυτόχθων, Ακταία και Παραλία, κάθε μια με περίπου είκοσι χιλιάδες κατοίκους. Εκτός αυτού διαίρεσε την Αττική σε δώδεκα αυτόνομους δήμους.

Πως είναι δυνατόν δύο τόσο διαφορετικοί πολιτισμοί όπως ο Ελλαδικός και ο Ινδικός να έχουν τόσα κοινά μυθολογικά στοιχεία;  Και αν τα όντα αυτά με τις δυνάμεις που κατείχαν είναι αποκυήματα της φαντασίας, πώς καταγράφηκαν από δύο διαφορετικούς πολιτισμούς με τόση απόσταση μεταξύ τους; Αν έζησαν ανάμεσά μας, γιατί να έχουν εκλείψει τη στιγμή που εμείς ζούμε ακόμα;

Σχόλια

σχόλια