Η Δρ. Katherine Black του Τμήματος Ανθρώπινης Διατροφής του Πανεπιστημίου Otago στη Νέα Ζηλανδία πιστεύει ότι οι περισσότερες έρευνες στον αθλητισμό και τη διατροφή επικεντρώνονται στους άνδρες αθλητές, αλλά ο αριθμός των γυναικών που συμμετέχουν στον αθλητισμό αυξάνεται και οι αθλήτριες έχουν συγκεκριμένες διατροφικές προκλήσεις και ανάγκες. Τονίζει ότι πρέπει να υπάρχει ευαισθητοποίηση σχετικά με την ανάγκη των γυναικών αθλητριών να προστατεύουν την υγεία τους με σωστή δίαιτα ώστε να τροφοδοτούν την υψηλή κατανάλωση ενέργειας που αντιμετωπίζουν.

«Είναι κάτι που πιθανώς συχνά παραβλέπεται«, δήλωσε η Δρ. Black, μία από τους τρεις συγγραφείς μιας πρόσφατης συνεργατικής μελέτης που επεσήμανε ότι η κακή διατροφή μπορεί να «επηρεάσει αρνητικά τα πάντα, από τα οστά έως την αναπαραγωγική υγεία«.Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις ειδικές διατροφικές ανάγκες των γυναικών αθλητών. «Οι προπονητές, οι γονείς και οι αθλητές πρέπει να γνωρίζουν τα σημάδια χαμηλής πρόσληψης ενέργειας, όπως τους αυξημένους τραυματισμούς ή τις συχνές ασθένειες και να αναζητούν συμβουλές όπου χρειάζεται», πρόσθεσε.

Η Δρ. Black και οι συνεργάτες της από το Πανεπιστήμιο Waikato και το High Performance Sports New Zealand, Dr Stacy Sims και Dane Baker αντίστοιχα, πραγματοποίησαν ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τη χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα (LEA). Το φαινόμενο της LEA παρατηρείται όταν η διαθέσιμη ενέργεια στο σώμα είναι πολύ χαμηλή για την βέλτιστη φυσιολογική λειτουργία, οδηγώντας σε μεταβαλλόμενα ορμονικά προφίλ και τελικά σε «πλήρη απώλεια της εμμήνου ρύσεως». Η χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα είχε «σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην οστική, ενδοκρινική, ανοσολογική, καρδιαγγειακή, γαστρεντερική, αναπαραγωγική και ψυχολογική υγεία» και προκάλεσε μακροπρόθεσμες μειώσεις στις αθλητικές επιδόσεις των γυναικών, ανέφερε η μελέτη.

«Το επίκεντρο της έρευνας και πρακτικής της LEA πρέπει να είναι η πρόληψη και όχι η συχνότητα εμφάνισης, το να ξεκινήσει κανείς από νωρίς να ακολουθεί μια καλή διατροφή, συστηματική άσκηση και εκπαίδευση του σώματός του ώστε να τα καταφέρει”.

Τα ευρήματα των ερευνητών, που δημοσιεύθηκαν στο αμερικανικό περιοδικό Strength and Conditioning Journal, δείχνουν ότι η επικράτηση της LEA ποικίλλει από 2% (σε αθλήτριες αντοχής ) σε 77% (σε επαγγελματίες χορεύτριες μπαλέτου). Παρά τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και την απόδοση, η μελέτη έδειξε ότι η συνειδητοποίηση του προβλήματος ήταν δυστυχώς αρκετά χαμηλή. Οι αθλήτριες και οι προπονητές θα μπορούσαν να αποφύγουν τη χαμηλή ενεργειακή πρόσληψη, κατανοώντας τις διαφορετικές απαιτήσεις για θρεπτικές ουσίες σε όλα τα στάδια του έμμηνου κύκλου, προωθώντας την αποκατάσταση με το κατάλληλο φαγητό μετά την άσκηση, με ενεργειακά πυκνές τροφές και φυσικά σωστή ενυδάτωση.

Φωτεινή Πουρνάρα

Ακολουθήστε μας στο Facebook