«Είναι οι τρεις πόρτες που ανοίγονται στο Υπερπέραν: Ο Ύπνος, το Όνειρο και η Έκσταση.»

Ε. Σιρέ

«Έχω γεννηθεί πολλές φορές κατά διαστήματα, καθώς και εσύ, ω Arjuna. Οι γεννήσεις μου είναι γνωστές σε μένα, αλλά εσύ δεν γνωρίζεις τις δικές σου.»

Κρίσνα, Bhagavad Gita

Είναι ο θάνατος το οριστικό τέρμα ή μήπως το πέρασμα προς μιαν άλλη κατάσταση; Ότι κι αν συμβαίνει μετά από αυτόν, ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Για πολλούς θεωρείται θέμα ταμπού, σχεδόν «πορνογραφία». Γνωρίζουμε ελάχιστα γι’ αυτόν, επειδή όσοι τον βίωσαν ολοκληρωτικά, δεν επέστρεψαν για να μας διαφωτίσουν. Τα ελάχιστα που γνωρίζουμε για την εμπειρία του θανάτου, τα χρωστάμε στους Θανατοναύτες, στους ανθρώπους που την βίωσαν προσωρινά. Περιπτώσεις αρχαίων θανατοναυτών, ανθρώπων που κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο κι επέστρεψαν στη ζωή, είναι γνωστές από την μυθολογία ακόμη. Οι θανατοναύτες σήμερα λέγονται και flat liners και η εμπειρία τους near death experience (επιθανάτια εμπειρία). Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, τα ίχνη αυτών παράξενων ανιχνευτών του κόσμου μετά το σωματικό τέλος.

Σε μια κλεισούρα του Δούναβη, γνωστή ως Djerdapska Klisura ή ευρύτερα Σιδηρές Πύλες, όπου ο μεγαλύτερος ποταμός της Ευρώπης ρέει ορμητικά προς τη Μαύρη Θάλασσα, εμφανίστηκε πριν από 9.000 χρόνια περίπου ένας πολύ παράξενος νεολιθικός πολιτισμός. Η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε τυχαία την ύπαρξή του το 1965, κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής ενός μεγάλου υδροηλεκτρικού φράγματος. Οι εκτεταμένες ανασκαφές της ομάδας του Σέρβου αρχαιολόγου Dragoslav Srejovic έφεραν στο φως τον πιο αινιγματικό νεολιθικό πολιτισμό της Ευρώπης. Αυτός ο «κλειστού κυκλώματος» πολιτισμός αποτελούσε στην ουσία ένα άθροισμα μικρών οικισμών κατά μήκος της κλεισούρας του Δούναβη κι έγινε γνωστός ως πολιτισμός του Λεπένσκι Βιρ (Lepenski Vir), εξ αιτίας του ονόματος του μεγαλύτερου οικισμού που ανακαλύφθηκε στις νότιες όχθες του ποταμού.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στο Lepenski Vir ανακάλυψαν ένα πλήθος από μυστηριώδη ψαρόμορφα γλυπτά, (εικ. κάτω) πολυάριθμους μικρούς τριγωνικούς «ναούς» και τάφους των αινιγματικών κατοίκων του. Κτισμένα περίπου το 6500-5500 π.κ.ε. με μια «ιερή αρχιτεκτονική», που απαιτούσε την ύπαρξη «αριθμών» και «μέτρου», τα τριγωνικά αυτά κτίσματα, με βωμούς και όρθιες πέτρες στο κέντρο τους, ήταν αφιερωμένα στο υπέρτατο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης: την αναγέννηση της ζωής από το θάνατο.

Τα καταπληκτικά ψαρόμορφα γλυπτά έδειχναν πως οι Θεοί των κατοίκων του Lepenski Vir προέρχονταν από ένα «υδάτινο υπερπέραν», πράγμα φυσικό, εφόσον αυτός ο νεολιθικός μικρόκοσμος ζούσε υπό την επίδραση του Δούναβη. Ο ποταμός προμήθευε την τροφή αλλά και τις λείες πέτρες, τις οποίες οι κάτοικοι μεταμόρφωναν σε ψαρόμορφες θεότητες (ξεχωρίζει η λεγόμενη «Νεράιδα του Νερού»). Το ποτάμι ήταν η ζωή και ο θάνατος του Lepenski Vir.

Μέσα ή κοντά στις οικίες-ναούς του Lepenski Vir βρέθηκε ένα πλήθος σκελετών, γεγονός που καταδεικνύει μια τελετουργική σκοπιμότητα. Σε μια εποχή που η προϊστορική θρησκευτικότητα θεωρούνταν ανύπαρκτη από τους συντηρητικούς αρχαιολόγους της δεκαετίας του 1960, η τέλεση τελετουργιών που αφορούσαν το θάνατο και την αναγέννηση ήταν μια εκπληκτική ανακάλυψη. Το πιο εκπληκτικό όμως απ’ όλα ήταν ο «αρχιτέκτονας-μάγος» του οικισμού που θάβονταν πάντα σε «στάση διαλογισμού»: η σπονδυλική στήλη του αντιστοιχούσε στον άξονα της κατοικίας, ο ομφαλός του αντιστοιχούσε στην εστία και οι πατούσες του κάλυπταν την πέτρινη είσοδο!

Υπήρχε άραγε μια μαγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στη δομή του ανθρώπινου σώματος και στη δομή του σύμπαντος; Μήπως οι παράξενοι κάτοικοι του Lepenski Vir ήταν ουσιαστικά προϊστορικοί θανατοναύτες, που επιχειρούσαν συνειδητό ταξίδι στο υδάτινο υπερπέραν τους; Το σίγουρο πάντως είναι πως κρατούν ακόμη καλά φυλαγμένα τα αιώνια μυστικά τους…

ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΨΑΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο άνθρωπος αποτελείται από το σώμα, την ψυχή και το είδωλο που το έλεγαν ακόμη «φάσμα» ή «σκιά». Με τον θάνατο αυτά τα τρία στοιχεία αποχωρίζονταν. Η ψυχή είναι «κόρη τ΄ ουρανού». Όταν κατεβαίνει μέσα στην σάρκα συνεχίζει να δέχεται την επιρροή του Υπέρτατου. Όταν χωρίζει από την σάρκα προσφεύγει πίσω στον πατέρα της. Το είδωλο όμως, ή σκιά, κατέληγε πάντα στον Κάτω κόσμο ή τον «κόσμο τον σκιών» και ήταν στερημένο από της νοητικές λειτουργίες και… έπινε αίμα.

Τους νεκρούς στον Άδη τους οδηγούσε ο ψυχοπομπός Ερμής, ο οποίος τους συνόδευε εκεί όπου ο Άδης είχε τα τέσσερα ξεχωριστά βασίλεια: το Κριτήριο, το Καθαρτήριο, τα Τάρταρα και τα Ηλύσια πεδία. Στην είσοδο βρισκόταν ο πάντα ξύπνιος φύλακας, ο τρομερός Κέρβερος. Όσοι έκαναν βαριά αμαρτήματα κατέληγαν στα Τάρταρα, όπως οι Γίγαντες, οι Τιτάνες και ο Τάνταλος. Καμία φορά και οι Θεοί φυλακίζονταν στα Τάρταρα, όταν παραβίαζαν τους όρκους που έδιναν. Στα Ηλύσια πεδία κατέληγαν οι λίγοι και οι εκλεκτοί ήρωες, οι ημίθεοι, και οι δίκαιοι.

Σύμφωνα όμως με την αρχαία ελληνική μυθολογία δεν ήταν λίγοι οι θανατοναύτες, δηλαδή οι προσωρινοί επισκέπτες του κόσμου των σκιών που έκαναν αυτό το παράξενο και δύσκολο ταξίδι. Ένα ταξίδι κατάλληλο μόνο για ελάχιστους που μυήθηκαν στο μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια: στον θάνατο.

Για να κάνουν πριν πραγματικά πεθάνουν αυτό το αλλόκοτο ταξίδι, το κίνητρό τους ήταν συνήθως κάποια μυστική και ιερή αποστολή που είχε σχέση με τη σωτηρία κάποιου μεγάλου έρωτα ή ακόμη και του κόσμου ολόκληρου. Πολύ ημίθεοι και θνητοί, όπως ο Οδυσσεύς, ο Ορφέας, ο Θησέας, ο Ηρακλής –και στις άλλες μυθολογίες: στην Βαβυλωνία ο Μπελ και ο Μαρδούκ, ο Αινείας στην Ιταλία, ο Κουχάλιν στην Ιρλανδία, ο Αρθούρος στην Αγγλία κ.α.– έκαναν αυτή την αποστολή και συνάντησαν τις ψυχές των νεκρών φίλων και αγαπημένων τους αλλά και των εχθρών τους.

Ο Οδυσσέας, όταν γυρίζοντας από το Τρωικό Πόλεμο στην Ιθάκη παγιδεύτηκε στο νησί της μάγισσας Κίρκης, για να πάρει την άδεια αποχώρησης έπρεπε να υποσχεθεί στην Κίρκη ότι πρώτα θα κατέβει στα Τάρταρα. Εκεί έπρεπε να αναζητήσει την ψυχή του τυφλού μάντη Τειρεσία, που θα προέβλεπε στον Οδυσσέα την μοίρα που θα τον περίμενε όταν και άμα επέστρεφε στην Ιθάκη.

Η Κίρκη του έδωσε τις ακριβείς οδηγίες για το που θα βρει το πέρασμα για τον Άδη, όπως και τις συμβουλές με πιο τρόπο θα περνούσε στον Κάτω Κόσμο: «Στο μέρος όπου τα ποτάμια Πυριφλεγέθων και Κώκυτος εισρέουν στον Αχέροντα, σκάψε ένα χαράκωμα στο χώμα και εκεί πρόσφερε ως θυσίες στον Άδη και στην γυναίκα του Περσεφόνη έναν νεαρό κριάρι και μία μαύρη προβατίνα. Άφησε το αίμα τους να ρέει μέσα στο χαράκωμα και σύντομα θα αρχίσουν να μαζεύονται οι ψυχές για να πιουν το φρέσκο αίμα. Μην αφήσεις καμία ψυχή να πλησιάσει στο αίμα και να τις διώχνεις με το σπαθί σου, ώσπου να έρθει ο Τειρεσίας και πιει πρώτος όσο αίμα θέλει. Τότε θα ακούσεις πολύ προσεκτικά τις συμβουλές του.».

Ανάμεσα στις πολλές ψυχές που συνάντησε ο Οδυσσέας στον κόσμο των νεκρών ήταν και ο Αχιλλέας, που όταν τον είδε ήθελε να μάθει όλα τα νέα από τον κόσμο των θνητών. Από μια χαρακτηριστική πρόταση που είπε ο Αχιλλέας στον Οδυσσέα μπορούμε ίσως να καταλάβουμε όλη την σχέση του Αρχαίου Έλληνα με το θάνατο και τον Κάτω Κόσμο: «Προτιμώ να είμαι σκλάβος χωρίς την δική μου περιουσία και να υπηρετώ άλλον, παρά να είμαι βασιλιάς όλων των νεκρών που δεν βλέπουν ποτέ τον Ήλιο».

Ο περίφημος Ορφέας προσέλκυσε με την θεϊκή του φωνή στην κοιλάδα της Εκάτης τον έρωτα της ζωής του: την Ευρυδίκη. Αρκούσε να ανταλλάξουν μια μόνο ματιά για να νιώσουν και οι δυο έναν ξέφρενο έρωτα και να γίνουν για πάντα σύζυγοι. Όμως η δύναμη της ζήλιας ήταν μεγάλη κι έτσι δεν πέρασαν ούτε τρεις μέρες, ώσπου να πέσει η Ευρυδίκη κεραυνοβολημένη από ένα δάγκωμα του φιδιού. Το φίδι αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η μεταμορφωμένη Αγλαονίκη, η μάγισσα και αρχιέρεια της σκοτεινής Θεάς Εκάτης. Ο δυστυχισμένος Ορφέας ακόμη και όταν η φωτιά μετέτρεψε σε στάχτη το λείψανο του έρωτά του, δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την σκληρή πραγματικότητα. Κι όταν οι στάχτες της εξαφανίστηκαν μέσα στο μνήμα κι έσβησε και η τελευταία χειροπιαστή ανάμνηση της ζωντανής Ευρυδίκης, φώναξε πληγωμένος αλλά ελπίζοντας: «Η ψυχή της, που είναι;»

Έψαξε σ’ όλη την Ελλάδα, ζήτησε από τους ιερείς της Σαμοθράκης να την καλέσουν σ’ αυτόν, πήγε ακόμη στην Αίγυπτο. Την αναζήτησε στα σπλάχνα της Γης, στο άκρο του Ταινάρου, αλλά μάταια. Κάποια στιγμή έφτασε στο Τροφώνιο Άντρο. Εκεί οι ιερείς οδηγούσαν τους αλλοπαρμένους επισκέπτες μέσα από μία σχισμή μέχρι τις πύρινες λίμνες, στα έγκατα της γης και τους αφήνουν να κοιτάξουν στην άβυσσο. Στη διαδρομή ο επισκέπτης έπεφτε σε έκσταση κι άνοιγε έτσι η δεύτερη του όραση. Ανέπνεε με δυσκολία, η φωνή του πνιγόταν και δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει. Οι περισσότεροι έφταναν μέχρι τη μέση της διαδρομής κι επέστρεφαν τρομαγμένοι πίσω. Μερικοί πέθαιναν από ασφυξία, ενώ οι περισσότεροι απ’ όσους έβγαιναν ζωντανοί, τρελαίνονταν.

Ο Ορφέας έπεσε σ’ ένα βαθύ λήθαργο, σε έναν ύπνο που έμοιαζε με θάνατο, και τότε του παρουσιάστηκε η Ευρυδίκη: «Για χάρη μου κατέβηκες στον Άδη, γυρεύοντας με ανάμεσα στους νεκρούς. Να με, δεν κατοικώ στα σπλάχνα της γης αλλά μέσα στο Έρεβος, στο κώνο της σκιάς, ανάμεσα στη Γη και το Φεγγάρι. Στροβιλίζομαι στο χώρο αυτό κλαίγοντας, όπως και εσύ. Αν θέλεις να με σώσεις σώσε την Ελλάδα, δίνοντάς της φως».

Μ’ αυτή τη φωνή ξύπνησε ο Ορφέας νιώθοντας μια υπεράνθρωπη αγάπη και μια ανατριχίλα απέραντου πόθου. Μπορεί η Ευρυδίκη ζωντανή να του έδωσε την μέθη του έρωτα, αλλά και νεκρή τον έκανε να βρει την Αλήθεια. Ερεύνησε το θάνατο και βρήκε την ζωή, και είδε το μέρος όπου ζουν οι ψυχές, οι διάφανες σφαίρες, και είδε τον αιθέρα των Θεών. Το φως που έφερε ο Ορφέας στους Έλληνες είναι ο Ήλιος της τέχνης και της γνώσης, η λατρεία του Απόλλωνα.

Και ο μεγαλύτερος θνητός ήρωας του αρχαίου αττικού κόσμου, ο Θησέας, ο γιος του βασιλιά της Αθήνας Αιγαία και της Αίθρας (ή σύμφωνα με κάποιες εκδοχές ήταν ημίθεος και γιος του Ποσειδώνα) τόλμησε να κατέβει στο βασίλειο του Πλούτωνα. Μαζί με τον Πειρίθοο πραγματοποίησαν αυτή την ριψοκίνδυνη αποστολή με στόχο να αρπάξουν από τον Άδη την γυναίκα του Περσεφόνη. Διάλεξαν την πλαϊνή είσοδο, στον ακρωτήριο Ταίναρο για να μπουν στη σπηλιά που οδηγούσε στον Κάτω κόσμο. Εκεί ο Άδης, υποκρίνοντας την φιλοξενία, τους πρόσφερε να καθίσουν σε «καρέκλες της λήθης», που όμως έγιναν αμέσως μέρος του σώματός τους κι έτσι δεν μπόρεσαν να σηκωθούν και να φύγουν από κει. Τέσσερα χρόνια έμειναν ο Θησέας και ο Πειρίθοος στον Κόσμο των Σκιών «φιλοξενούμενοι» του Πλούτωνα, μέχρι που κατέβηκε ο Ηρακλής, για να εκπληρώσει το τελευταίο άθλο του, να δαμάσει τον Κέρβερο… Τους απελευθέρωσε με την βοήθεια της Περσεφόνης, και τους ξαναέφερε στον κόσμο του φωτός.

ΜΠΑΡΝΤΟ (BAR DO): Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Όλες οι μεγάλες θρησκείες συμφωνούν σε ένα πράγμα όσον αφορά το θάνατο: υπάρχει ένα λεπτό, ζωτικό στοιχείο που ζει και μετά το θάνατο, είτε αυτό είναι μόνιμη οντότητα ή ο εαυτός, όπως ο Ατμάν των Βραχμάνων, το Ρουχ των Μωαμεθανών, η Ψυχή των χριστιανών, η συνείδηση των Θιβετιανών Βουδιστών. Ανεξαρτήτως από το δόγμα της κάθε θρησκείας, σχετικά με το τι συμβαίνει με την «ψυχή», σε καμία από τις θρησκείες ο θάνατος δεν σημαίνει το απόλυτο τέλος, αλλά μονάχα τον χωρισμό του άυλου από το υλικό σώμα. Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο άνθρωπος θα κριθεί όταν πεθάνει για τις πράξεις που έκανε στη ζωή του από τον ίδιο τον θεό και ανάλογα απ’ την κρίση αυτή ή θα καίγεται στην αιώνια Κόλαση ή θα απολαμβάνει τα αιώνια αγαθά του ουράνιου Βασίλειου. Έχει όμως μια ευκαιρία να σώσει την ψυχή του και τελικά να καταλήξει στον Παράδεισο: μόνο αν μετανοήσει για τις αμαρτίες του. (!!)

Οι Αιγύπτιοι είναι γνωστό πως πίστευαν ακράδαντα στην μεταθανάτια ζωή. Οι τάφοι τους ήταν κατασκευασμένοι με μεγαλύτερη φροντίδα από τα σπίτια τους. Ο νεκρός περνούσε μια τρομερή κρίση μπροστά στο θρόνο του Κριτή Όσιρη, ενώ η καρδιά του «ζυγιζόταν» στο ζυγό της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που η απόφαση ήταν ευνοϊκή, είχε την δυνατότητα να ξαναζήσει με την παλιά του μορφή και αυτή η ανάσταση θα τον έκανε πλέον ένα αθάνατο όν.

Για τους Βουδιστές ο θάνατος δεν είναι ένα οριστικό και τελεσίδικο γεγονός, αλλά μία ενδιάμεση κατάσταση που γεφυρώνει δύο άλλες πραγματικότητες. Την πιο λεπτομερή περιγραφή των καταστάσεων που περνάει μετά τον θάνατο όχι η ψυχή, αλλά η συνείδηση, άφησαν πίσω τους οι Θιβετιανοί Βουδιστές στην περιβόητη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών (ή Bardo Thodol). Το μπάρντο είναι μία μετέωρη κατάσταση, όπου η περασμένη κατάσταση (δηλαδή ο θάνατος) μόλις συνέβη, ενώ η μελλοντική δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη.

Αυτός ο «μετεωρισμός» συμβαίνει και στη ζωή μας. Για παράδείγμα κάθε στιγμή που μπαίνουμε σε κατάσταση ύπνου βιώνουμε ένα μικρό θάνατο, γιατί έχουμε ουσιαστικά την εμπειρία της ώρας του θανάτου και του «καθαρού φωτός». Και η κατάσταση του διαλογισμού είναι ανάλογη με τη μπάρντο κατάσταση της ώρας του θανάτου.

Το ταξίδι της συνείδησης από την στιγμή του φυσικού θανάτου μέχρι την επόμενη μετενσάρκωση διαρκεί 49 γήινες μέρες και ονομάζεται «μεγάλο Μπάρντο». Στην διάρκεια αυτών των ημερών ο νεκρός περνάει τις τρεις βασικές μπάρντο καταστάσεις, που σύμφωνα με τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών είναι:

1) Το μπάρντο της Εμπειρίας του Θανάτου, που αρχίζει τη στιγμή που παύει κάθε λειτουργία των πέντε αισθήσεων κι όταν σταματήσουν οι «εσωτερικοί παλμοί». 2) Το μπάρντο της Εμπειρίας της Πραγματικότητας του Υπερπέραν, στην οποία ο νεκρός αποκτά το «Καθαρό Απατηλό Σώμα» και σ’ αυτή την κατάσταση εκδηλώνονται διάφορες προβολές της συνείδησης μέχρι να εμφανιστεί το λεγόμενο «Νοητικό Σώμα» της Εμπειρίας του μπάρντο. 3) Το μπάρντο της Αναζήτησης μιας Νέας Ύπαρξης, όπου αρχίζουν τα οράματα που προέρχονται από τις «καρμικές ροπές», μέχρι που θα παγιδευτεί το νέο σώμά του περιπλανώμενου ξανά σε μια μήτρα. Όποιος έχει ασκηθεί και μυηθεί στον θάνατο, μέσα σε 49 μέρες έχει την μεγάλη ευκαιρία να απελευθερώσει το πνεύμα του από την επαναγέννηση στην Σαμσάρα (στο φαύλο κύκλο των γεννήσεων και των θανάτων) και να συνεχίσει το μεγάλο ταξίδι προς τα ανώτερα επίπεδα των υπάρξεων, σε άλλους πλανήτες και γαλαξίες!

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Τι πραγματικά συμβαίνει με τον Εαυτό μας την στιγμή του θανάτου θα το μάθουμε αναγκαστικά όλοι μας κάποια στιγμή. Αλλά αυτή την εμπειρία δεν θα μπορέσουμε να την μεταφέρουμε σε κανέναν, εκτός κι αν υπάρχει κάποιος «τηλε-παθητικός» τρόπος επικοινωνίας. Αν ο άνθρωπος έχει ενεργειακό ή αστρικό ή πνευματικό σώμα –ή όπως αλλιώς θέλετε, αν μιλάτε για ένα σώμα που είναι ανεξάρτητο από την «υλική υπόσταση» και συνεχίζει να υπάρχει μετά το θάνατό της– πιθανά τότε να μπορεί να επικοινωνεί με τους ζωντανούς, ίσως μέσα από τα όνειρά τους.

Όταν ήμουν μικρή και ζούσα ακόμη με τους γονείς μου στη γενέθλια πόλη μου, την Πέτρινια της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η οικογένεια μου δραπέτευε τα ζεστά καλοκαίρια στο κοντινό χωριό του πατέρα μου, το Λούστσανι, που βρίσκεται καμία δεκαριά χιλιόμετρα από την πόλη. Πρέπει να ήμουν 12-13 χρονών, όταν έναν καυτό Αύγουστο πήγαμε στο χωριό για μερικές μέρες με σκοπό να μαζέψουμε τα ώριμα δαμάσκηνα από τα οποία ο πατέρας μου αργότερα θα έκανε ρακί, τη σλίβοβιτσα. Εκεί λοιπόν την ίδια νύχτα είδα δύο πολύ παράξενα όνειρα για τα οποία μιλούσα μέρες και μήνες μετά και δεν τα έχω ξεχάσει ποτέ. Και τα δύο όνειρα αυτά είχαν άμεση σχέση με το θάνατο.

Στο πρώτο όνειρό ένας άγνωστος άνδρας με γύρευε θέλοντας να με σκοτώσει. Στα χέρια του είχε ένα τεράστιο μαχαίρι που το ύψωνε καταπάνω μου, και μετά από πολύ αγώνα και τρέξιμο (με πολύ «βαριά πόδια», όπως είναι συχνά στα όνειρα) κατάφερε τελικά να με μαχαιρώσει. Μόλις με χτύπησε ένιωσα ξαφνικά μια γλυκιά ζαλάδα και σαν ναρκωμένη είχα την αίσθηση της τέλειας χαλάρωσης. Σκέφτηκα πως ο θάνατος έχει και κάτι ωραίο και παραδόθηκα στη μοίρα μου. Ταυτόχρονα όμως πανικοβλήθηκα, συνειδητοποιώντας πως δεν είναι ακόμη η κατάλληλη ώρα να πεθάνω – εδώ που τα λέμε, και πότε είναι; Δεν είχα τελειώσει ακόμη το σχολείο μου, οι γονείς μου και οι αδελφές μου θα υπέφεραν, οι φίλοι μου… «Γιατί να πεθάνω τώρα», σκεφτόμουν, «αφού έχω ακόμη τόσα πράγματα να κάνω;»

Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα στεναχώριας και του φόβου, που ξύπνησα απότομα και κάθισα στο κρεβάτι προσπαθώντας να φωνάξω τη μαμά μου για να της πω να με δει τουλάχιστον για τελευταία φορά πριν πεθάνω. Άνοιξα το στόμα μου αλλά η φωνή δεν έβγαινε. Έκανα μερικές προσπάθειες ακόμη, αλλά δεν κατάφερα να μιλήσω. «Τι κρίμα», σκεφτόμουν, «θα πεθάνω τώρα και οι δικοί μου δεν θα με ξαναδούν ζωντανή».

Αμέσως μετά ξανακοιμήθηκα και είδα ένα άλλο όνειρο. Αυτή τη φορά βρισκόμουν στην πόλη μου και παρέα με τη μητέρα μου και έναν φίλο μου στεκόμασταν σε μια συγκεκριμένη γωνία στην άκρη του δρόμου από όπου παρακολουθούσαμε μία μεγάλη νεκροπομπή. Μπροστά στα μάτια μας περνούσε μία μαύρη, φτιαγμένη από μέταλλο, ξύλο και γυαλί νεκροφόρα άμαξα που την αργοσέρνανε δύο άλογα. Μέσα από τις γυάλινες πόρτες της νεκροφόρας διακρινόταν ένα μαύρο γυαλιστερό φέρετρο. Δεν ήξερα ποιος ήταν μέσα. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά το ποδοβολητό των αλόγων και οι λυγμοί των μαυροντυμένων ακόλουθων της πομπής…

Το πρωί, όταν ξύπνησα, διηγήθηκα αμέσως στη μητέρα μου τα παράξενα όνειρά μου κι εκείνη, προς μεγάλη μου έκπληξη, μου είπε πως κι αυτή είδε ένα πολύ ζωντανό όνειρο, πως τάχα κι εκείνη είχε πεθάνει και μάλιστα πως τη σκότωσε κάποιος μ’ ένα τουφέκι. Εκείνη τη εποχή έγραφα τακτικά ημερολόγιο, κι έτσι κατέγραψα όλη αυτή την ιστορία. Μετά από μερικές μέρες γυρίσαμε στο σπίτι μας και δεν πέρασε πολύ χρόνος μέχρις ότου μάθαμε ότι τελικά είχε πεθάνει ο πατέρας του φίλου μου, που τον είδα στο όνειρο. Κατάλαβα ότι η κηδεία μέσα στο όνειρο που παρακολουθούσαμε μαζί ήταν τελικά του πατέρα του και δεν ήταν τυχαίο που περνούσε μπροστά από το σπίτι του. Όταν έμαθα και την ημερομηνία του θανάτου, παρά λίγο να λιποθυμήσω, γιατί ο πατέρας του φίλου μου είχε πεθάνει ακριβώς εκείνη τη νύχτα, όταν εγώ και η μητέρα μου είδαμε τα παράξενα, πολύ «ζωντανά» μας όνειρα περί θανάτου…

NEAR DEATH EXPERIENCE

Άφθονες είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που, έχοντας πεθάνει κλινικά, βρέθηκαν σε ενδιάμεση κατάσταση όπου ταξίδεψαν σε παράξενους χώρους και συνάντησαν νεκρούς φίλους και συγγενείς. Σχεδόν όλες οι περιγραφές αυτών των θανατοναυτών, δηλαδή ανθρώπων που βίωσαν μια επιθανάτια εμπειρία, μοιάζουν μεταξύ τους. Συνήθως την στιγμή που οι παραβρισκόμενοι, αν υπάρχουν (π.χ. συγγενείς, ο γιατρός κλπ.) παρατηρούν ότι ο ασθενής σταμάτησε να αναπνέει και πιστεύουν ότι πέθανε, αρχίζουν να κλαίνε ή προσπαθούν να τον επαναφέρουν στην ζωή. Σε περίπτωση κάποιου δυστυχήματος, όπου λαμβάνει χώρα ένας απότομος θάνατος, το πνεύμα ή το «αστρικό σώμα» αποχωρεί από το φυσικό σώμα, ο παθών σταματάει ν’ αναπνέει, αλλά συχνά επανέρχεται σ’ αυτό. (Είναι ενδιαφέρον πως στις σλαβικές γλώσσες η πνοή-αναπνοή, όπως και το πνεύμα, λέγεται Duh, η ψυχή Dusha και η αναπνοή Dah).

Ο θάνατος μοιάζει πολύ με τον ύπνο και ο άνθρωπος ξεφορτώνεται το κορμί του, όπως ένα παλιό ρούχο. Μόνο το σώμα χάνεται, καθώς δεν έχει υλική μορφή και η δραστηριότητα των σκέψεων εξακολουθεί και μετά το θάνατο του υλικού σώματος. Οι εμπειρίες των θανατοναυτών μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Ο Dr. Raymond Moody, περιβόητος συγγραφέας των βιβλίων Life after Life και Reflections on Life After Life, έκανε πολύχρονη έρευνα μαζί με τους συνεργάτες του, συγκεντρώνοντας πολλές πληροφορίες από τους θανατοναύτες, του ανθρώπους που βιώσαν μια Near Death Experience. Ο ίδιος δημιούργησε ένα παράδειγμα της εμπειρίας του θανάτου που περιέχει μόνο τα κοινά σ’ όλους στοιχεία:

«Ένας άνθρωπος πεθαίνει και καθώς φτάνει στο σημείο της πιο έντονης σωματικής του δυσφορίας, ακούει το γιατρό να αναγγέλλει το θάνατό του. Αρχίζει ν’ ακούει ένα ενοχλητικό θόρυβο, σαν βουητό και συγχρόνως αισθάνεται να κινείται γοργά μέσα σε μια μακριά σήραγγα. Μετά από αυτό, βρίσκεται ξαφνικά έξω από το υλικό του σώμα αλλά ακόμη στο άμεσο περιβάλλον του και βλέπει το ίδιο του το σώμα από απόσταση, σαν ένας θεατής. Παρακολουθεί πως προσπαθούν να τον επαναφέρουν στη ζωή και βρίσκεται σε μία κατάσταση συναισθηματικής αναστάτωσης. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα συνέρχεται κάπως και βλέπει ότι έχει ακόμη «σώμα» αλλά πολύ διαφορετικό από αυτό που άφησε πίσω. Το καινούργιο του σώμα έχει άλλες ικανότητες. Σε λίγο αρχίζουν να του συμβαίνουν κι άλλα πράγματα. Άλλες ψυχές έρχονται να τον συναντήσουν και να τον βοηθήσουν.

Διακρίνει τις ψυχές συγγενών και φίλων που έχουν ήδη πεθάνει και μια ψυχή όλο αγάπη, ένα λαμπερό ον, παρουσιάζεται μπροστά του. Αυτή η ύπαρξη του κάνει μια ερώτηση, που τον σπρώχνει να κάνει μια αξιολόγηση της ζωής του, και τον βοηθάει σ’ αυτό δείχνοντάς του μια στιγμιαία «ολογραφική» εικόνα όλων των σημαντικών γεγονότων της. Κάποια στιγμή αισθάνεται ότι πλησιάζει σε κάποιο εμπόδιο, κάποιο όριο, κάτι που ασφαλώς αντιπροσωπεύει το σύνορο μεταξύ της γήινης ζωής του και της επόμενης. Όμως, αισθάνεται ότι πρέπει να γυρίσει πάλι στην γη, ότι δεν ήρθε ακόμη η ώρα να πεθάνει. Σ’ αυτό το σημείο αντιδρά γιατί, καθώς έχει αρχίσει να έχει εμπειρίες στην μεταθανάτια ζωή, δεν θέλει να επιστρέψει.

Έχει πλημμυρίσει από έντονα συναισθήματα χαράς, αγάπης, και γαλήνης. Παρ’ όλα αυτά με κάποιο τρόπο ξανασμίγει με το υλικό του σώμα και ξαναζεί. Προσπαθεί μετά να διηγηθεί όλα αυτά στους άλλους αλλά του είναι δύσκολο. Πρώτα απ’ όλα δεν μπορεί να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψει τις «εξωγήινες» εμπειρίες του. Μετά, βλέπει ότι οι άλλοι δεν τον πιστεύουν και τον κοροϊδεύουν. Γι’ αυτό σταματάει να μιλάει για αυτή την εμπειρία στους άλλους. Όμως αυτή η εμπειρία επηρεάζει βαθιά τη ζωή του και κυρίως τις απόψεις του για τον θάνατο, όπως και την σχέση του με την ζωή».

FLAT LINERS ΚΑΙ FINAL FRONTIER FLEET

Σύμφωνα με τους ψυχεδελικούς flat-liners Stanislav και Christina Grof, που περιέγραφαν εμπειρίες θανάτου πειραματιζόμενοι με LSD (κάτω από αυστηρή ιατρική παρακολούθηση), η εμπειρία αποκορυφώνονταν σε ένα αίσθημα υπερβατικής ειρήνης, με οράματα υπερφυσικής ομορφιάς και τον ήχο μιας ουράνιας μουσικής. Εκστατικά συναισθήματα απουσίας χρόνου, απουσίας βαρύτητας, ηρεμίας και γαληνής. Σύμφωνα με τους Grof, πολλοί σχιζοφρενείς αναφέρουν παρόμοιες εμπειρίες θανάτου. Αυτοί οι ασθενείς, που υφίστανται ισχυρά ψυχωσικά επεισόδια, αναφέρουν δραματικές εμπειρίες θανάτου και επαναγέννησης, που συχνά περιλαμβάνουν την καταστροφή και την αναδημιουργία ολόκληρων κόσμων.

Ο Timothy Leary έγραψε το τελευταίο του καταπληκτικό βιβλίο Σχεδιασμός Θανάτου γνωρίζοντας πως έχει καρκίνο και πως θα πεθάνει. Εξερευνώντας νέους τρόπους για το πως μπορεί να πεθάνει κανείς και να σκέφτεται το θάνατο όσο ζει ακόμη, διδάσκει πως να πάρουμε το θάνατο στα χέρια μας και να τον κάνουμε, το λιγότερο, την αποκορύφωση της ζωής μας. Επίσης γράφει ότι, όταν το σώμα έρχεται αντιμέτωπο με μια απειλή για τη ζωή ανάβουν σήματα συναγερμού σε ολόκληρο το νευρικό δίκτυο. Όταν αυτά τα μηνύματα δείχνουν ότι ο θάνατος επίκειται «το νευρικό σύστημα διακόπτει τις χωρικές εγγραφές και εγκαταλείπει τα απομακρυσμένα αισθητηριακά και σωματικά κέντρα πρόσληψης. Η νευρική αυτοκτονία αρχίζει».

Σύμφωνα με τον ψυχεδελικό «γκουρού» Leary, που πολύ σύντομα μετά από τη δημοσίευση του βιβλίου του πέθανε, η νευρολογική έκσταση του θνήσκειν δεν διαρκεί περισσότερο από δεκαπέντε λεπτά με ωρολογιακό χρόνο, αλλά υποκειμενικά μπορεί να βιωθεί σαν εκατομμύρια χρόνια: «Φαίνεται πολύ πιθανό ότι το τελικό σας ταξίδι θα διαρκέσει μια υποκειμενική αιωνιότητα, και το πως οδηγείται αυτό το τελικό σας ταξίδι θα καθορίσει αν θα έχετε μια εκστατική ή μια κολασμένη εμπειρία. Φαίνεται επίσης πολύ πιθανό ότι το τελικό ταξίδι είναι εξαιρετικά όμοιο με τις εμπειρίες των ψυχεδελικών φαρμάκων…»

Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο ένας πραγματικός θάνατος, δηλαδή ένα ταξίδι της συνείδησης πέρα από το «Final Frontier» και χωρίς την επιστροφή στο σώμα, μοιάζει αληθινά με τις εξωσωματικές εμπειρίες διάφορων θανατοναυτών, αλλά θα έλεγα ότι αξίζει να το ερευνήσουμε και να προετοιμαστούμε χωρίς φόβο και προκατάληψη για την ώρα του. Θα συμφωνήσω απόλυτα με την Alice Bailey, που εύχεται να υπάρχει στο μέλλον μια πιο λογική προσέγγιση στο θάνατο, όπου όταν εξαντληθεί ο πόνος και επικρατήσει η εξάντληση, να επιτραπεί στον ετοιμοθάνατο να προετοιμαστεί για το μεγάλο πέρασμα, έστω κι αν φαίνεται ότι δεν έχει πια τις αισθήσεις του: «Είναι άραγε αδύνατον να υπάρξει μια μέρα, όπου η πράξη του θανάτου θα είναι ένα θριαμβευτικό τέλος της ζωής; Είναι αδύνατο να οραματιστεί κανείς μια εποχή που οι ώρες στο κρεβάτι του θανάτου δεν θα είναι παρά μια υπέροχη εισαγωγή σε μία ενσυνείδητη έξοδο; Όταν το γεγονός ότι ήρθε η ώρα ο άνθρωπος να πετάξει το υλικό περίβλημα θα είναι για αυτόν και για τους γύρω μία χαρούμενη ολοκλήρωση, όπου δεν υπάρχουν φόβος, άρνηση και δάκρυα;»

@Μιλιτσα Κοσανοβιτς /Strange

Πηγή

Σχόλια

σχόλια