Δεν θεωρείται βασικός της ομάδας αλλά μιλάει με πάθος γι’ αυτήν. Του αρέσει να κερδίζουν. Θέλει το πρωτάθλημα. Αρκετό καιρό πριν, είχε κάνει ένα φρικιαστικό έγκλημα.

Ο Λιλ Μέι είναι τρόφιμος στις φυλακές Ράλεϊ της βόρειας Καρολίνας. Σήμερα δύο πράγματα έχει στο μυαλό του: το πρώτο είναι να κερδίζει η ομάδα του. Το δεύτερο είναι ο θάνατός του. Ο Λιλ Μέι είναι θανατοποινίτης και περιμένει την εκτέλεσή του για το φρικτό φονικό που διέπραξε. Σκότωσε μια μητέρα και το τετράχρονο παιδί της…

Σήμερα, στα 39 του, είναι μέλος μιας ομάδας που όλοι έχουν ένα κοινό. Περιμένουν να τους θανατώσουν! Αυτή είναι η αγωνιστική καθημερινότητα της ομάδας των θανατοποινιτών..

«Η ομάδα μας δεν είχε δυνατή σεζόν φέτος. Όχι γιατί οι παίκτες είναι ανίκανοι απλά δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως μονάδα… Σε ένα παιχνίδι, ήμασταν μπροστά στο σκορ με 7 πόντους, όταν ο πλέι μέικερ της άλλης ομάδας, έσπρωξε τον Τόνι», αφηγείται.

«Ο διαιτητής -επίσης κρατούμενος- σφύριξε φάουλ εις βάρος μας και ο Τόνι -ένας άντρας διπλάσιος σε μέγεθος και θανατοποινίτης- άρχισε να τον βρίζει. Η φασαρία έδωσε στην αντίπαλη ομάδα τη δυνατότητα ν’ ανατρέψει το σκορ και τελικά πήρε το παιχνίδι», προσθέτει.

Ακολουθούν αυτούσιες και σκόρπιες οι σκέψεις ενός ανθρώπου που επικεντρώνεται στην ομάδα του και στις νίκες που θέλει να έρθουν, ενώ ξέρει πως το παιχνίδι είναι εντελώς χαμένο.

«Ένας άλλος συμπαίκτης μου, ο Τζέι-Ροκ, που και που, εκσφενδονίζει το μπουκάλι με το νερό στο φράχτη ή κλωτσάει τη καρέκλα του. Ο Τάιρικ, ο κόουτς μας και κρατούμενος, φωνάζει σε κάθε τεχνική ποινή. Τότε οι άλλοι κοιτάζουν αλλού, σαν αποβλακωμένοι, σαν να χάνονται και να μεταφέρονται αλλού…

Δεν παίζω και πολύ στην ομάδα, στην πραγματικότητα ζεσταίνω τον πάγκο. Έχω καλή άμυνα, είμαι γρήγορος αλλά μέχρι εκεί. Ξεκίνησα να παίζω πριν μερικά χρόνια αφότου απέσυραν τον πάγκο με τα βάρη όταν δυο τύποι έμπλεξαν σε καυγά και χρησιμοποίησαν τους αλτήρες για όπλο, ο ένας έπεσε σε κώμα. Όλοι πίστευαν ότι θα πεθάνει, αλλά έξι μήνες αργότερα επέστρεψε με το κεφάλι του να έχει μια τεράστια πληγή, σαν φερμουάρ.

Η άρση βαρών ήταν το πάθος μου πριν το μπάσκετ. Δραστηριότητες που δεν είχα σκεφτεί να ακολουθήσω πριν ο δικαστής ανακοινώσει “Το δικαστήριο σας καταδικάζει σε θάνατο. Είθε ο Θεός να ελεήσει την ψυχή σας…”. Τη δεύτερη φορά που παίξαμε με την Dream Team, χάσαμε με διαφορά 30 πόντων. Ένας δικός μας βγήκε με φάουλ στο πρώτο ημίχρονο…

Ο Σμούκι, ο βοηθός προπονητή, προσπάθησε να μας οργανώσει, αλλά τα παράτησε όταν οι περισσότεροι τον αγνοούσαν. Ο Τάιρικ ήταν στην απομόνωση για 15 μέρες, οπότε μείναμε χωρίς προπονητή: κανείς δε ρώτησε γιατί τον έβαλαν εκεί, ο προπονητής μας έμπαινε συχνά εκεί οπότε δεν είχε νόημα.

Όταν ήρθα πριν από 10 χρόνια, έπαθα σοκ όταν είδα κρατούμενους να παίζουν χαρτιά, ντόμινο, σκραμπλ, ή να ψιλοκουβεντιάζουν καπνίζοντας. Έμοιαζε με κοινοτική φυλακή. Θα κάνω την ποινή μου σαν ένας οποιοσδήποτε ισοβίτης, με τη διαφορά ότι μια μέρα θα με εκτελέσουν.

Οι ψίθυροι πριν ένα νοκ άουτ παιχνίδι είχαν να κάνουν με το πώς η Dream Team θα χρησιμοποιούσε την ομάδα  μας ως προθέρμανση για να κατατροπώσει τις άλλες ομάδες. Ο πόιντ γκαρντ, ο «Phenom» ήταν ο καλύτερος παίκτης ανάμεσα στους θανατοποινίτες και ο δυνατότερος σκόρερ τους. Αλλά έγινε η ανατροπή και θυμίσαμε πραγματική ομάδα. Τους κερδίσαμε!

Ένα πρωί, γυμναζόμουν μαζί με τον Χάρβεϊ, έναν μαύρο μεσήλικα με κενό ανάμεσα στα δόντια του, όταν τον κάλεσαν στο γραφείο. Επέστρεψε μια ώρα αργότερα παραπατώντας και με βλέμμα απλανές. Μουρμούρισε κάτι για μια ημερομηνία, άρπαξε την πετσέτα του και έφυγε. Είχε οριστεί η ημέρα εκτέλεσής του…

Όταν οι φρουροί ήρθαν να τον πάρουν, έσερναν μαζί τους και ένα τροχήλατο άδειο καρότσι που έβγαζε έναν ενοχλητικό ήχο. Έβαλε μέσα σε δυο πλαστικές σακούλες όλα τα υπάρχοντά του -γράμματα, φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, μια Βίβλο και μερικές ζωγραφιές-, για να τα πάρουν αργότερα οι οικείοι του που θα έρθουν στην εκτέλεση.

Ο Χάρβεϊ γύρισε προς τους δεσμοφύλακες. “Μου δίνετε ένα λεπτό;”, τους είπε. Οι κρατούμενοι με τις κόκκινες στολές, οι άνθρωποι που γυμνάζονταν μαζί του, συγκεντρώθηκαν για να του σφίξουν το χέρι και να του δώσουν μια αγκαλιά. Όταν ήρθε η σειρά μου, είδα τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του…

Έπρεπε να κερδίσουμε το πρωτάθλημα. Ήμασταν τόσο σίγουροι για τη νίκη, που δεν κάναμε προπόνηση. Χάσαμε… Αλλά υπάρχει η επιθυμία από όλους μας. Δεν μπορεί να μας εξαντλήσει η προσμονή μιας ακόμα ημερομηνίας εκτέλεσης. Ίσως νικήσουμε τον επόμενο χρόνο».