«Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να αξιοποιήσει τη θέση μας και στο Μακεδονικό, ώστε να εκφραστούν και εκείνοι οι κεντροαριστεροί και προοδευτικοί πολίτες που είναι υπέρ της συμφωνίας και κατά της κυβέρνησης».

Να αποφασίσει την υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως εισηγήθηκε νωρίτερα η Εκτελεστική Επιτροπή, πρότεινε στην Κεντρική Επιτροπή ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Θανάσης Θεοχαρόπουλος.

Η μειοψηφία πρότεινε, ο ίδιος να απέχει της ψηφοφορίας ή να δηλώσει «παρών», υπενθυμίζοντας και την τελευταία απόφαση του κόμματος να συνδεθεί η ψήφος με τον ορισμό της ημερομηνίας των εκλογών, όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ.Ο κ. Θεοχαρόπουλος ανέφερε μεταξύ άλλων στην εισήγησή του ότι ψήφιση της Συμφωνίας είναι πατριωτικό καθήκον καθώς είναι σε θετική κατεύθυνση.

«Παράταση του σημερινού τέλματος ενέχει τον κίνδυνο να εξυπηρετήσει μόνο τα Σκόπια, μέσα από τη de facto μονοπώληση του ονόματος «Μακεδονία». Διαχρονικά, εξάλλου, ο πολιτικός μας χώρος υπήρξε υπέρμαχος της επίλυσης του προβλήματος. Ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος που το 1993 στο «Αδιέξοδο βήμα του Εθνικισμού» έγραφε για «μια ιστορική ευκαιρία που αν την «άρπαζε» η χώρα μας θα μπορούσε να αναβαθμίσει τη διεθνή της θέση για δεκαετίες». Ήταν ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης που το 1992 έλεγε ότι «οι υπερβολές και οι παλικαρισμοί στα εθνικά θέματα έχουν στο παρελθόν οδηγήσει σε «απρόβλεπτες» για τους υπαίτιους καταστροφές». Με αυτή την παρακαταθήκη θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε», επεσήμανε ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ.

Τόνισε ότι «αυτός είναι ο πατριωτισμός μιας αληθινά προοδευτικής παράταξης και όχι η υιοθέτηση μιας ρητορικής που χαϊδεύει αυτιά και φλερτάρει με νεοσυντηρητικές και εσωστρεφείς αντιλήψεις που ουσιαστικά φέρνουν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα» ενώ επικαλέστηκε την ανάλογη καθαρή στάση για υπερψήφιση της Συμφωνίας από τον Σταύρο Θεοδωράκη, τον Σπύρο Λυκούδη και τον Γιώργο Παπανδρέου.

Επεσήμανε ακόμη ότι αυτή είναι η πραγματικά πατριωτική στάση προς όφελος των εθνικών συμφερόντων σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία, οι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό τροφοδοτούν την άνοδο των εθνικολαϊκιστικών και όχι των προοδευτικών δυνάμεων.

Πρόσθεσε, απαντώντας εμμέσως στα περί συνεπειών της Φώφης Γεννηματά, ότι «δεν είναι δυνατόν να μην γίνονται σεβαστές οι θέσεις των κομμάτων που συγκροτούν το Κίνημα Αλλαγής, ειδικά απ’ όσους υποστήριξαν τη διατήρηση της πολυκομματικότητας».

«Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να αξιοποιήσει τη θέση μας και στο Μακεδονικό, ώστε να εκφραστούν και εκείνοι οι κεντροαριστεροί και προοδευτικοί πολίτες που είναι υπέρ της συμφωνίας και κατά της κυβέρνησης» σημείωσε.

Κατηγόρησε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ πως αντιμετωπίζουν τα εθνικά θέματα υπό το πρίσμα ενός στείρου δικομματισμού και μιας επικοινωνιακής διαχείρισης της πραγματικότητας.