Τροπολογία που κατατέθηκε στην Βουλή καταργεί την υποχρεωτική μεσολάβιση διάρκεια ενός τριμήνου μεταξύ δύο ανανεώσεων στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Την τροπολογία καταγγέλει η ΝΔ και υποστηρίζει ότι η  κυβέρνηση «δημιουργεί προσδοκία μονιμοποίησης στους συμβασιούχους που προσέλαβε το 2016.

Συγκεκριμένα η τροπολογία προβλέπει συνοπτικές διαδικασίες για ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η τροπολογία κατατέθηκε σε νομοσχέδιο που ψηφίζεται σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής.

Η ρύθμιση του υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης έρχεται να καταργήσει τους δύο περιορισμούς του Προεδρικού Διατάγματος Παυλόπουλου σύμφωνα με τους οποίους, για την ανανέωση μιας σύμβασης πρέπει να μεσολαβεί τρίμηνο διάστημα καθώς επίσης η διάρκεια των συμβάσεων δεν μπορεί να ξεπερνά τους 24 μήνες.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει την τροπολογία: «Για τις συμβάσεις εργασίας ΙΔΟΧ που συνάπτονται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας πρόσληψης, η οποία διενεργείται ή εποπτεύεται από το ΑΣΕΠ το ανώτατο χρονικό διάστημα (συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων έως 24 μήνες) εκκινεί από την ημερομηνία κατάρτισης της οικείας σύμβασης ανεξαρτήτως εάν προϋφίσταται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών έννομη σχέση μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με αντικείμενο τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα».

Η τροπολογία προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης με τον κ. Γιώργο Γεωργαντά από την Νέα Δημοκρατία να καταγγέλλει πως η κυβέρνηση καλλιεργεί προσδοκίες μονιμοποίησης σε χιλιάδες συμβασιούχους.

«Αυτή η απαράδεκτη τροπολογία έρχεται να καταργήσει το τρίμηνο και τον περιορισμό του 24μηνου. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί να δημιουργήσει προσδοκία μονιμοποίησης στους συμβασιούχους που προσέλαβε το 2016» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Γεωργαντάς.

Επίσης, ο κ. Θανάσης Θεοχαρόπουλος είπε πως «με την τροπολογία αποδεσμεύετε τις διαδοχικές συμβάσεις. Αυτό κάνετε. Επίσης η τροπολογία ισχύει για όλη την δημόσια διοίκηση και όχι μόνο για τον χώρο της υγείας. Η συγκεκριμένη τροπολογία είναι προεκλογική και πρέπει να απαντήσετε».

Από την πλευρά της κυβέρνησης ο κ. Παύλος Πολάκης επισήμανε ότι οι ανανεώσεις συμβάσεων στα νοσοκομεία δεν μπορούν να περιμένουν το τρίμηνο διάστημα.

Τι αναφέρει η τροπολογία:

Με δεδομένο ότι τόσο ο σκοπός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία-ττλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, ττου έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (Ε.Ε.L.175/10.7.1999), όσο και του π.δ. 164/2004 (Α’ 134) συνίσταται αφενός μεν στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου στην καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι χρονικοί περιορισμοί της παρ. 1 του άρθρου 5, καθώς και τις παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 164/2004 δεν θα πρέπει να συνιστούν καθ’ εαυτούς ανεπίτρεπτα και αντίθετα στους ανωτέρω σκοπούς εμπόδια στη δυνατότητα σύναψης των εν λόγω συμβάσεων όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι κατ’ αρχήν αποκλείουν την καταχρηστικότητα. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν η σύναψη των συμβάσεων αυτών πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της ελεύθερης συμμετοχής και αξιοκρατικής επιλογής του διοικουμένου σε ανοιχτές, διαγωνιστικές διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στους φορείς του άρθρου 14 ν. 2190/1994, συμμετοχή η οποία αξιολογείται σύμφωνα με τα εκάστοτε προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία αντικειμενικά κριτήρια και η οποία, άλλωστε, δεν καθιστά σε καμία περίπτωση βέβαιη τη διαδοχική εξέλιξη της προϋφιστάμενης σύμβασης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων.

Άλλωστε, η διενέργεια διαγωνιστικών διαδικασιών για την πρόσληψη προσωπικού με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένων και των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με εκ των προτέρων αντικειμενικά κριτήρια και διαφανείς διαδικασίες, αποτελεί ειδική έκφανση των αρχών της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας, ενώ η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων απευθύνεται σε όλους τους διοικούμενους που πληρούν τις προβλεπόμενες κάθε φορά προϋποθέσεις. Τούτων δοθέντων, η κατάρτιση διαδοχικής σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου φορέα και του ιδίου εργαζόμενου, ύστερα από την επιτυχία του τελευταίου σε σχετική διαγωνιστική διαδικασία του δημοσίου, συνιστά απλό ενδεχόμενο, εκ μόνου του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί η καταχρηστικότητα της οικείας σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, η εξάρτηση της συνέχισης παροχής εργασίας από τον ίδιο εργαζόμενο προς τον ίδιο φορέα από αντικειμενικές προϋποθέσεις που δεν διασφαλίζουν εκ των προτέρων τη σύναψη της σύμβασης μεταξύ των ίδιων μερών, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της ορισμένης χρονικής διάρκειας των συμβάσεων και την απαγόρευση μετατροπής σε συμβάσεις αορίστου, καθιστούν πλήρως αιτιολογημένη την συνέχιση της παροχής εργασίας από το ίδιο πρόσωπο στο πλαίσιο του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά τρόπο ώστε δεν προκύπτει καταστρατήγηση.

Κατόπιν αυτών, στην παρ. 1 εισάγεται ρύθμιση κατά την οποία, όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται η κάλυψη αναγκών προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, το ανώτατο χρονικό διάστημα της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 164/2004 εκκινεί από την ημερομηνία κατάρτισης της οικείας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον η επιλογή των προσώπων γίνεται βάσει διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία διενεργείται ή εποπτεύεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), ανεξαρτήτως εάν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών μεταξύ της ημερομηνίας κατάρτισης των συμβάσεων αυτών και προυφιστάμενης έννομης σχέσης μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με αντικείμενο τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα.

Στην παρ. 2, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, προβλέπεται η μη προσμέτρηση των συμβάσεων έργου που συνάφθηκαν βάσει συγκεκριμένων διατάξεων στην συνολική χρονική διάρκεια του 24μηνου που προβλέπεται στα άρθρα 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004. Συγκεκριμένα, οι συμβάσεις του άρθρου 97 του ν.4368/2016 έχουν κριθεί ad hoc από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως συμβάσεις έργου, μη υποκρύπτουσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθώς αποβλέπουν στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος έναντι αμοιβής (ΣτΕ ε.α. 205/2016 και 206/2016), αφού η υποχρέωση των αντισυμβαλλομένων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη δεν καθιστά χωρίς άλλο, την συνδέουσα σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και, συνεπώς, αυτή έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου (ΑΠ 608/2014). Το ίδιο ισχύει και για τις συμβάσεις έργου του άρθρου 167 του ν.4099/2012 (Α’ 250), όπως έχει εκάστοτε ισχύσει με τις διάφορες τροποποιήσεις του συγκεκριμένου άρθρου, καθώς κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού, εκ των εν γένει συνθηκών για την παροχή των υπηρεσιών από τους αντισυμβαλλόμενους υπήρχαν εντονότερα χαρακτηριστικά έλλειψης εξάρτησης προς τον κύριο του έργου (όπως μη πρόβλεψη αδειών, επιδομάτων εργαζομένων, έκδοση παραστατικού παροχής υπηρεσιών, χρονικό πλαίσιο και όχι δεσμευτικό ωράριο για την εκπλήρωση του έργου κ.α.) και οι συγκεκριμένες συμβάσεις απέβλεπαν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι, όπως επί συμβάσεως εργασίας, σε αυτή καθ’ εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, του οποίου η πραγμάτωση επιφέρει τη λύση της σύμβασης.

Στην παρ. 3, προβλέπεται η εφαρμογή της διάταξης αναδρομικά, προκειμένου να καλυφθούν περιπτώσεις κατάρτισης συμβάσεων βάσει διαγωνιστικής διαδικασίας πριν από τη δημοσίευση του νόμου, για τις οποίες επίσης συντρέχουν απρόβλεπτες ή επείγουσες περιστάσεις ή επιτακτικό δημόσιο συμφέρον.

Σύμφωνα με τις διατάξεις για τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας πρόσληψης που διενεργείται ή εποπτεύεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το ανώτατο χρονικό διάστημα της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 164/2004 (Α’ 134) εκκινεί από την ημερομηνία κατάρτισης της οικείας σύμβασης, ανεξαρτήτως εάν προϋφίσταται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών έννομη σχέση μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με αντικείμενο τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα.

Το χρονικό διάστημα των συμβάσεων έργου ή μίσθωσης έργου ή παροχής υπηρεσιών που συνάφθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 97 του ν.4368/2016 (Α’ 21) ή 167 του ν.4099/2012 (Α’ 250), όπως έχει εκάστοτε τροποποιηθεί και ισχύει, δεν προσμετρείται στο ανώτατο χρονικό διάστημα των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, κατά την έννοια των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.

Η ισχύς των παρ.1 και 2 αρχίζει από την 01.11.2016 για όλες τις συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους.

Σχόλια

σχόλια