Για πολλούς αιώνες, μικροσκοπικά μοντέλα γυναικών από ελεφαντοστό βοήθησαν τις πραγματικές γυναίκες που χρειαζόντουσαν ιατρική βοήθεια.

Συχνά, όταν μια γυναίκα έβλεπε έναν γιατρό στην Κίνα του 18ου αιώνα, δεν της επιτρεπόταν να τον βλέπει κανονικά. Αντ’ αυτού, καθόταν πίσω από μια κουρτίνα ή ένα παραβάν από μπαμπού και έπρεπε να δείχνει που πονάει σε ένα άλλο σώμα. Το χέρι της -ή κάποιας άλλης- έβγαινε από τα κουρτίνες ή το παραβάν και έδειχνε ένα σημείο στο γυμνό σώμα μιας κούκλας από ελεφαντόδοντο. Αν η ασθενής είχε δυσκολία στην αναπνοή, πήγαινε το δάχτυλό της στο στήθος της κούκλας. Για την έμμηνο ρύση της, έδειχνε το υπογάστριο. Για κάποιον πονοκέφαλο, έδειχνε σε έναν κότσο. Αφού ο γιατρός μελετούσε αυτά τα σημάδια, έκανε τη διάγνωση.

Τους τελευταίους αιώνες της κινεζικής δυναστείας Τσινγκ, αυτές οι κούκλες ιατρικής ήταν η μόνη επιλογή των ασθενών. Από τα 1300 ως τα τέλη του 19ου αιώνα, οι δυναστείες Μινγκ και Τσινγκ είχαν εισαγάγει μια λατρεία αγνότητας που κατέστησε αδύνατο για έναν γιατρό να εξετάσει σωματικά μια γυναίκα, ή για να εκείνη να είναι γυμνή μπροστά του. Και Επιπλέον, εκείνη την εποχή, στην Κίνα επιτρεπόταν μόνο άντρες γιατροί. Το 1879, το Ιεραποστολικό Νοσοκομείο της Κουανγκτσόου (ή Καντόνα) έγινε το πρώτο ιατρικό ίδρυμα που δέχτηκε γυναίκες στην ιατρική σχολή του. Αυτή η απόφαση δεν πάρθηκε λόγω κάποιου φεμινιστικού ιδεώδους, αλλά από αντίδραση στην πεποίθηση ότι οι άνδρες γιατροί δεν πρέπει να αγγίζουν τις γυναίκες ασθενείς.

Οι κούκλες έδειχναν μια ξαπλωμένη γυναίκα, συνήθως γυμνή -εκτός από ένα ζευγάρι βραχιόλια στους καρπούς της ή κάποια βεντάλια. Αν και οι περισσότερες κούκλες ήταν από ελεφαντόδοντο, υπήρχαν επίσης κούκλες από νεφρίτη, κεχριμπάρι, χαλκό, ξύλο ή ακόμα και λάπις λάζουλι. Όλες οι κούκλες είχαν την ίδια στάση. Στηρίζονταν στον αριστερό βραχίονα, ενώ το άλλο χέρι ήταν πάνω στο σώμα. Οι δημιουργοί των κούκλων διέκριναν τις ενήλικες γυναίκες -αναπαριστώντας τες με κότσο στα μαλλιά- από τα κορίτσια -που τις παρουσίαζαν με πλεξούδες. Τα πρώτα γλυπτά επίσης απεικονίζουν συχνά τις Κινέζες με «πόδια λωτού», έναν εξευγενισμένο όρο για την επώδυνη, αρχαία παράδοση που ήθελε τις Κινέζες να τυλίγουν, από μικρή ηλικία, πολύ σφιχτά τα πόδια τους με υφάσματα, ώστε να μην μεγαλώνουν. Οι κούκλες πάντα φορούσαν παπούτσια ή είχαν επιδέσμους.

Οι γυναίκες της ανώτερης τάξης μπορούσαν να έχουν τις δικές τους όμορφες, προσαρμοσμένες κούκλες και να τις πηγαίνουν στους γιατρούς, ενώ οι φτωχότερες βολεύονταν με τα πιο υποτυπώδη μοντέλα του γιατρού. Οι πιο πολυτελείς κούκλες -όπως η κούκλα από τη δυναστείας Μινγκ που παρουσιάζεται πιο πάνω με μπλε κουβέρτα- ήταν ξαπλωμένες σε μικρούς καναπέδες, μερικοί από τους οποίους είχαν ακόμη και μεταξωτά μαξιλάρια ή κεντημένα ριχτάρια. Για να αφαιρέσουν το τελικό στρώμα της διαπροσωπικής επαφής, οι πιο πλούσιες απλώς σημάδευαν τα μέρη που πονούσαν στην κούκλα με μελάνι ή κάρβουνο και την έστελναν στον γιατρό μέσω αγγελιαφόρου.

Οι γιατροί προς το τέλος της αυτοκρατορικής Κίνας δεν είχαν κανένα θέμα να διαγνώσουν και να θεραπεύσουν μια ασθενή με βάση μόνο τα λόγια και τα σημάδια (ή και ακόμη λιγότερα). Στην πραγματικότητα, ήταν κοντά στην πρωτοβάθμια πρακτική εκείνη την εποχή και για τους άνδρες ασθενείς (αν και οι άνδρες δεν είχαν πρόβλημα στο να μένουν γυμνοί μπροστά στον γιατρό), καθώς δεν άρεσε η φυσική επαφή στους λόγιους γιατρούς. Χωρίς καμμία έκπληξη, οι λείες, στιλβωμένες επιφάνειες μιας κούκλας από ελεφαντόδοντο αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για ορισμένες γυναικείες ιατρικές ανησυχίες. Οι μαίες και άλλες εργαζόμενες γυναίκες χαμηλότερης τάξης έπρεπε να αναλάβουν οτιδήποτε γυναικολογικό ή μαιευτικό, όπως η διαχείριση της περιόδου ή ο τοκετός.