Ορισμένα από τα 22 αγόρια που συμμετείχαν στο πείραμα χωρίς να το ξέρουν

Παγκοσμίου φήμης ψυχολόγος, σε μια προσπάθεια να δοκιμάσει μία από τις θεωρίες κοινωνικής συμπεριφοράς, άφησε 22 αγόρια, ηλικίας από 11 έως 12 χρονών, που επιβλέπονταν σποραδικά, σε μια κατασκήνωση στην ερημιά. Και στη συνέχεια τα προκάλεσε κρυφά ώστε να συγκρουστούν μεταξύ τους.

Το καλοκαίρι του 1954, ο  Τούρκος κοινωνικός ψυχολόγος Μουζαφέρ Σερίφ (Muzaffer Şerif Başoğlu) μετέφερε 22 αγόρια στους πρόποδες των όρων San Bois στην νοτιοανατολική Οκλαχόμα. Εκεί, στο πάρκο Robbers Cave, σκόπευε να διεξάγει ένα άνευ προηγουμένου κοινωνικό πείραμα το οποίο περιελάμβανε αγόρια ηλικίας 11 με 12 ετών, με ελλειπή επίβλεψη, που το ένα θα ερχόταν αντιμέτωπο με το άλλο στην ερημιά της Οκλαχόμα.

Αυτό ήταν το Πείραμα Robbers Cave και το αποτέλεσμά του ενέπνευσε το βιβλίο «ο Άρχοντας των Μυγών» (Lord Of The Flies) του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ, μόλις ένα χρόνο αργότερα. Σχεδόν έξι δεκαετίες από τότε, οι ειδικοί θεωρούν το πείραμα ανήθικο, καθώς φαίνεται ότι άφησε μόνιμη ψυχική βλάβη στα υποκείμενά του.

Το πρώτο πείραμα: Camp Middle Grove

Ο ψυχολόγος Μουζαφέρ Σερίφ

Ο Σερίφ γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1906 από εύπορη οικογένεια. Το 1926 πήρε πτυχίο μπάτσελορ από το Αμερικανικό Κολέγιο της Σμύρνης, το 1928 μάστερ από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και αργότερα είχε την ευκαιρία να μελετήσει ψυχολογία στο Χάρβαρντ. Παρακολούθησε διαλέξεις στο Βερολίνο, ενώ το 1935 απέκτησε ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας στην Τουρκία, ενώ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φυλακίστηκε επειδή εναντιώθηκε στο Ναζιστικό Κίνημα. Επέστρεψε στις ΗΠΑ και αργότερα εργάστηκε μεταξύ άλλων για τα πανεπιστήμια του Γέιλ, της Οκλαχόμα και της Πενσιλβανία. Συνειδητοποίησε γρήγορα ότι η εργαστηριακή έρευνα σε αρουραίους ήταν πολύ περιορισμένη και ήθελε ένα πιο περίπλοκο θέμα: τον άνθρωπο.

Η γοητεία για την κοινωνική ψυχολογία κορυφώθηκε -αναμενόμενα- μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε ο Σερίφ μπόρεσε να εξασφαλίσει επιχορήγηση από το Ίδρυμα Ροκφέλερ.

Το αρχικό πείραμά του απαιτούσε 11χρονά αγόρια να σταλούν, υπό το πρόσχημα μιας καλοκαιρινής κατασκήνωσης, στο πάρκο Middle Grove στη Νέα Υόρκη. Εκεί, ο Σερίφ χώρισε τα αγόρια σε ομάδες, τα έβαλε αντιμέτωπα για βραβεία και στη συνέχεια προσπάθησε να τα επανασυνδέσει χρησιμοποιώντας μια σειρά απογοητευτικών και απειλητικών για τη ζωή γεγονότων -όπως μια δασική πυρκαγιά. Ούτε οι γονείς ούτε τα αγόρια, προφανώς, ήξεραν ότι επρόκειτο για μελέτη.

Το πείραμα Robbers Cave ήταν το δεύτερο του Σερίφ, καθώς η μελέτη στο Middle Grove το καλοκαίρι του 1953 που είχε κατά νου δεν πέτυχε το αποτέλεσμα που ήλπιζε. Έψαχνε να επιβεβαιώσει την θεωρεία της Ρεαλιστικής Θεωρίας Συγκρούσεων (Realistic conflict theory – RCT) του, η οποία δήλωνε ότι οι ομάδες ανταγωνίζονται για περιορισμένους πόρους, ακόμη και ενάντια σε φίλους και συμμάχους, αλλά συνεργάζονται εν όψει μιας κοινής καταστροφής, ανεξάρτητα από τις συμμαχίες.

Τα αγόρια στο Middle Grove δε συνεργάστηκαν με την θεωρεία. Παρέμειναν φίλοι παρά τις αντιξοότητες, ακόμη και όταν ο Σερίφ έβαλε το προσωπικό του να τους κλέψει τα ρούχα, να ρίξει τις σκηνές τους και να σπάσει τα παιχνίδια τους και επιρρίπτοντας τις ευθύνες σε άλλους κατασκηνωτές.

Το πείραμα κατέληξε σε μια μεθυσμένη φιλονικία μεταξύ ενός από τους κορυφαίους κοινωνικούς ψυχολόγους στον κόσμο, του Σερίφ, και των βοηθών του, καθώς το πείραμά του δεν είχε επιτυχία.

Ο Σερίφ αποφάσισε να προσπαθήσει ξανά με το πείραμα Robbers Cave.

Η πειραματική κατασκήνωση Robbers Cave

Ο Σερίφ είχε ακόμη χρήματα από την χορηγία για την πρώτη μελέτη αλλά μετά από την αποτυχία του, ένιωθε ότι η φήμη του κινδύνευε. Αυτή τη φορά, θα κρατούσε από την αρχή χώρια τα αγόρια, ώστε να μην σχηματίσουν φιλίες οι οποίες κατέστρεψαν τη μελέτη στο Middle Grove. Οι ομάδες ονομάστηκαν «Αετοί» και «Κροταλίες».

Οι δύο ομάδες δεν γνώριζαν η μια την άλλη τις δύο πρώτες ημέρες. Τα μέλη κάθε μιας ενώθηκαν στην ομάδα μέσω τυπικών δραστηριοτήτων κατασκήνωσης, όπως η πεζοπορία και το κολύμπι.

Μόλις οι ομάδες φάνηκε να είναι σταθερές, ο Σερίφ και η ομάδα του όρισαν την «φάση του ανταγωνισμού» του πειράματος Robbers Cave. Οι ομάδες γνωρίστηκαν μεταξύ τους και προγραμματίστηκαν πολλές δραστηριότητες. Θα υπήρχε διελκυστίνδα, μπέιζμπολ και ούτω καθεξής. Θα απονέμονταν έπαθλα και δεν θα υπήρχαν βραβεία παρηγοριάς για τους ηττημένους. Οι Κροταλίες δήλωσαν ότι αυτοί θα ήταν οι νικητές και μονοπώλησαν το γήπεδο του μπέιζμπολ για να εξασκηθούν.

Έβαλαν τη σημαία τους στο γήπεδο και είπαν στους Αετούς ότι δεν έπρεπε να την αγγίξουν.

Η σύγκρουση

Μια ομάδα ενώ εξερευνά το κάμπινγκ της

Οι βοηθοί του Σερίφ άρχισαν να παρεμβαίνουν πιο επιθετικά στο πείραμα Robbers Cave. Προκάλεσαν σκόπιμα συγκρούσεις και κάποια στιγμή καθυστέρησαν τη μια ομάδα για το μεσημεριανό, έτσι ώστε η άλλη ομάδα να φάει όλο το φαγητό.

Στην αρχή, η σύγκρουση μεταξύ των αγοριών ήταν λεκτική με απλά χλευάσματα και παρατσούκλια. Όμως, με την προσεκτική καθοδήγηση του Σερίφ και του προσωπικού του, σύντομα έγινε φυσική. Δόθηκαν σπίρτα στους Αετούς και έκαψαν τη σημαία των αντιπάλων τους. Οι Κροταλίες ανταπέδωσαν. Μπήκαν στην καμπίνα των Αετών και κατέστρεψαν και έκλεψαν τα υπάρχοντά τους.

Η σύγκρουση κλιμακώθηκε βίαια, οπότε οι ομάδες έπρεπε να χωριστούν για δύο ημέρες.

Τώρα που τα παιδιά μισούσαν το ένα το άλλο, ο Σερίφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να δικαιολογήσει τη θεωρία του και να τα ενώσει. Οπότε, έκλεισε το πόσιμο νερό.

Οι δύο ομάδες ξεκίνησαν να βρουν τη δεξαμενή νερού που βρισκόταν σε ένα βουνό. Το μόνο νερό που είχαν ήταν αυτά στα παγούρια τους. Όταν έφτασαν στη δεξαμενή, ιδρωμένα και διψασμένα, οι ομάδες είχαν ήδη αρχίσει να συγχωνεύονται.

Ανάλυση και κληρονομιά του πειράματος

Μια από τις υπεροπτικές σημαίες

Οι κατασκηνωτές βρήκαν την βαλβίδα στη δεξαμενή αλλά ήταν καλυμμένη με βράχια, οπότε έπρεπε να ενωθούν και να βγάλουν τα βράχια όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό ευχαρίστησε τον Σερίφ, καθώς ήταν σε άμεση συμφωνία με τη θεωρία του: οι ομάδες μάχονται για περιορισμένους πόρους, αλλά συνεργάζονται όταν αντιμετώπιζαν μια κοινή απειλή.

Ανεξάρτητα αν το πείραμα ήταν αμφιβόλου ηθικής, ο Σερίφ είχε τα αποτελέσματα που ήθελε και η θεωρία του, μαζί με τη μελέτη, συγκέντρωσε μεγάλη δημοσιότητα. Όμως, ακόμη και επαγγελματίες που χρησιμοποίησαν τη μελέτη του στα βιβλία τους αμφέβαλλαν για την αξία της.

Έξι δεκαετίες μετά, οι σύγχρονοι ψυχολόγοι επικρίνουν τη μελέτη. Ο Σερίφ διεξήγαγε το πείραμά του με την πεποίθηση ότι θα παρουσιάσει την θεωρία του, ούτε να την αποδείξει, αλλά ούτε να την διαψεύσει. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε πολύ εύκολα και με πολλούς τρόπους, να ολοκληρώσει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε.

Επιπλέον, τα αγόρια όλα τα αγόρια άνηκαν σε προτεσταντικές οικογένειες λευκών της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ, των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν, με φυσιολογικό ψυχολογικό προφίλ, σχετικά καλούς βαθμούς και άνω του μέσου όρου νοημοσύνη. Η μελέτη με τον τρόπο αυτό δεν αντικατόπτριζε την πραγματική ζωή και θεωρήθηκε περιορισμένη. Επίσης, υπήρξε το ηθικό ζήτημα που περιβάλλει την εξαπάτηση των συμμετεχόντων: ούτε τα παιδιά ούτε οι γονείς τους γνώριζαν σε τι είχαν συναινέσει και τα αγόρια σε πολλές περιπτώσεις έμειναν χωρίς επίβλεψη ή κινδύνευαν.

Ανεξάρτητα από αυτές τις ανησυχίες, το πείραμα άφησε μια κληρονομιά -ιδιαίτερα στους συμμετέχοντες.

Σήμερα, ένας από τους τότε συμμετέχοντες, ο Doug Griset, δηλώνει, «Δεν τραυματίστηκα από το πείραμα, αλλά δε μου αρέσουν οι λίμνες, οι κατασκηνώσεις, οι καμπίνες ή οι σκηνές».