Στην Ελβετία υπάρχουν διάφορες καινοτομίες σε πολλούς τομείς και η θεραπεία με την ιατρικά χορηγούμενη ηρωίνη αντί για την απαγόρευση της είναι μία από αυτές.

Πρόκειται για μία προσέγγιση που έχει ήδη υιοθετηθεί και δοκιμαστεί εκτός από την Ελβετία και στην Ολλανδία και τη Δανία. Ορισμένοι μιλούν για ένα αμφιλεγόμενο μέτρο, όμως οι υποστηρικτές του επισημαίνουν πως εκτός από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη μείωση της θνησιμότητας, οδηγεί και σε μείωση της εγκληματικότητας και του κόστους που συνδέεται με αυτήν. Και τα αποτελέσματα φαίνεται να τους δικαιώνουν.

Η νέα προσέγγιση που χρησιμοποιείται στην Ελβετία, μπορεί να φαντάζει δύσκολη αλλά υποστηρίζεται τόσο από τους χρήστες και τους επαγγελματίες στον τομέα της υγείας, όσο και από την ίδια την αστυνομία. Κύριος στόχος της είναι να μάθουν οι εξαρτημένοι πολίτες να λειτουργούν μέσα στην κοινωνία κι όχι να περιθωριοποιούνται, με όσα αυτό συνεπάγεται κι όπως δείχνουν τα αποτελέσματα υπάρχε μέχρι στιγμής θετικός αντίκτυπος.

Τα νέα προγράμματα

«Ξεκίνησα να παίρνω την ηρωίνη για να αντιμετωπίσω τα ψυχολογικά μου προβλήματα», δήλωσε στη Monde diplomatique ο Ντέιβιντ, 50 ετών, που είναι χρήστης εδώ και 25 χρόνια. «Με κατέστρεψε. Έχασα τη δουλειά μου ως ωρολογοποιός, δανειζόμουν χρήματα από την κοπέλα μου και τους φίλους μου και κατέληξα στο δρόμο. Για να τα βγάλω πέρα οικονομικά έγινα έμπορος ναρκωτικών, αλλά συνέχισα την χρήση. Εδώ και 18 μήνες όμως μπήκε σε ένα πειραματικό πρόγραμμα συνταγογράφησης ηρωίνης (PEPS) του Πανεπιστημίου της Γενεύης που απευθύνεται σε χρόνιους χρήστες, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να βοηθηθούν από άλλα προγράμματα», τόνισε ο Ντέιβιντ. Εκεί του χορηγείται ηρωίνη που παράγεται νόμιμα σε ελβετικό εργαστήριο και όπως αναφέρει ο ίδιος το πρόγραμμα του επέτρεψε να ξαναφτιάξει τη ζωή του και να κερδίσει πίσω τους φίλους του.

Οι 1.500 ασθενείς στα 22 κέντρα PEPS της Ελβετίας έχουν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να απεξαρτητοποιηθούν με διάφορα άλλα φάρμακα. Ο Μάρκο ανέφερε ότι η μεθαδόνη δεν τον βοήθησε, καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν τρομερές και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα ηρεμιστικής δράσης, με αποτέλεσμα να πρέπει να παίρνει κι άλλα ναρκωτικά για να νιώσει καλά. «Είμαι στο πρόγραμμα τους τελευταίους έξι μήνες. Έχω βάλει βάρος και έκοψα τη χρήση ηρωίνης κατά 80%. Τελικά, θέλω να καθαρίσω», δήλωσε.

Ο εθισμός ξεκινάει όταν η λήψη ναρκωτικών γίνεται ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων. Ο εγκέφαλος γίνεται εξαρτημένος και χρειάζεται ηρωίνη για να διατηρήσει την ισορροπία του. «Στο κέντρο που εργάζομαι υπάρχουν 63 ασθενείς στους οποίους χορηγούμε ηρωίνη. Η ιατρική ηρωίνη είναι καθαρή, σε αντίθεση με τα ναρκωτικά που κυκλοφορούν στο δρόμο, τα οποία περιέχουν και πολλές άλλες ουσίες μέσα. Επειδή λοιπόν δεν είναι καθαρή δεν ‘ικανοποιεί’ τους τοξικομανείς, οι οποίοι συχνά αναγκάζονται να παίρνουν κι άλλα ναρκωτικά, αλκοόλ ή ψυχοτρόπα φάρμακα μαζί. Η δοσολογία που χορηγούμε στους ασθενείς, τους επιτρέπει να ζήσουν όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικά. Δίνουμε έμφαση επίσης στην ομαλή τους ένταξη στην κοινωνία και στον σεβασμό», τονίζει ο Yves Saget, νοσοκόμος στο πρόγραμμα.

«Η ιατρικά χορηγούμενη ηρωίνη τους βγάζει από τον φαύλο κύκλο της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Δεν χρειάζεται να αγοράζουν ναρκωτικά για τον εαυτό τους, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να καταφεύγουν στην κλοπή ή στην πορνεία για να τα εξασφαλίσουν. Αυτό τους δίνει ψυχολογικό κίνητρο για να επιστρέψουν στη ζωή που είχαν, να θέσουν νέους στόχους, να ανοικοδομήσουν σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους τους και να έχουν πρόσβαση στην ψυχοθεραπεία. Κάθε ασθενής έχει προσωπικό νοσοκόμο, γιατρό και ψυχίατρο», πρόσθεσε ο ψυχίατρος Pedro Fereira.

Τα προβλήματα

Η ιατρικά χορηγούμενη ηρωίνη, η οποία είναι διαθέσιμη σε όλα σχεδόν τα καντόνια της Ελβετίας και έχει αρχίσει δειλά δειλά να δοκιμάζετε στον Καναδά, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία, αποτελεί απάντηση στην κρίση των ναρκωτικών. Σημειώνεται, ότι η χρήση ηρωίνης στην Ελβετία αυξήθηκε απότομα τη δεκαετία του 1980. Η Ελβετία προσέλκυσε τοξικομανείς από όλη την Ευρώπη και η αστυνομία προσπάθησε να περιορίσει τις κλοπές, τη βία, και την χρήση σε συγκεκριμένες περιοχές και πάρκα της χώρας. «Η οικονομία της δυστυχίας και της κακομεταχείρισης είχε μεγαλώσει, με την πορνεία και την παράνομη διακίνηση. Ήταν μια τραγωδία. Μάλιστα εκείνη την περίοδο σήμανε συναγερμός στον τομέα της υγείας, καθώς οι ενέσεις στα ίδια σημεία και οι βρώμικες βελόνες προκαλούσαν αποστήματα που απαιτούσαν επείγουσα θεραπεία», σύμφωνα με την Ruth Dreifuss, που από το 2016 προεδρεύει της Παγκόσμιας Επιτροπής για την Πολιτική για τα Ναρκωτικά.

Την ίδια περίοδο σημειώνονταν θάνατοι από υπερβολική δόση κάθε εβδομάδα, ενώ παράλληλα υπήρχε έξαρση του AIDS, το οποίο δεν είχε θεραπεία την εποχή εκείνη. Για να περιοριστεί η εξάπλωση της λοίμωξης από τον ιό HIV, η Contact Netz άνοιξε την πρώτη «αίθουσα για ενέσεις» στον κόσμο στη Βέρνη το 1986. Οι εγκαταστάσεις αυτές δεν έφεραν καμία αλλαγή στα επίπεδα εγκληματικότητας στην αρχή. Ο Thilo Beck, επικεφαλής της ψυχιατρικής στο κέντρο Arud στη Ζυρίχη, δήλωσε ότι ορισμένοι ασθενείς είχαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη θεραπεία απεξάρτησης. Επίσης εκατοντάδες τοξικομανείς εκδιώχθηκαν από ένα μέρος αλλά δεν αργούσαν να βρουν «καταφύγιο» σε άλλο.

Η κοινωνία βρισκόταν σε αδιέξοδο και έπρεπε να βρεθεί μια λύση. Τότε ήταν που προτάθηκε για πρώτη φορά η ιατρικά χορηγούμενη ηρωίνη σε τοξικομανείς για τους οποίους η θεραπεία απεξάρτησης δεν λειτούργησε. Μια έρευνα του 1995 διαπίστωσε ότι το 65% των Ελβετών θεωρούσαν τα ναρκωτικά σημαντικό πρόβλημα στη χώρα τους, ενώ σήμερα το ποσοστό έχει μειωθεί σε 15%. «Δημιουργήσαμε ένα φόρουμ που συγκέντρωνε όλες τις περιοχές της χώρας όπου το πρόβλημα ήταν γενικευμένο, όπως και καθημερινές ιστορίες, με σκοπό να μάθουν τι συμβαίνει οι αρμόδιοι από όλους τους τομείς. Όλα όσα είχαμε δοκιμάσει είχαν αποτύχει. Οι γιατροί που συνταγογραφούσαν τη μεθαδόνη πρότειναν να τους επιτρέψουν να συνταγογραφήσουν ηρωίνη. Η μεθαδόνη έχει συνταγογραφηθεί στην Ελβετία από τη δεκαετία του 1960, οπότε ήμασταν προετοιμασμένοι», πρόσθεσε η Dreifuss.

Ο ρόλος της κυβέρνησης

Στην Ελβετία τα καντόνια μπορεί είναι υπεύθυνα για την υγειονομική περίθαλψη, αλλά οι επιδημίες και τα ναρκωτικά είναι αρμοδιότητα του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Στις 13 Μαΐου 1992 εγκρίθηκε μια πενταετής δοκιμαστική περίοδος, που επικεντρώθηκε στην πρόληψη, τη θεραπεία, τη μείωση του κινδύνου και την καταστολή του φαινομένου. Το 1994 ανοίχτηκαν τα πρώτα κέντρα για συνταγογράφηση ηρωίνης, τα περισσότερα στη γερμανόφωνη Ελβετία. Σήμερα, τα κέντρα – συμπεριλαμβανομένου ενός σε φυλακή – διοικούνται από δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές που υποστηρίζονται από το κράτος. Παρά την αντίθεση της Δημοκρατικής Ένωσης του Κέντρου (PPS, άκροδεξιά) και ορισμένων μελών της FDP-Liberals και του Λαϊκού Κόμματος Χριστιανοδημοκρατών (δεξιά), οι Ελβετοί ενέκριναν αυτή την πολιτική με ψηφοφορίες το 1997, το 1999 και 2008.

Ο θετικός αντίκτυπος είναι σαφής. Η χρήση ναρκωτικών δεν γίνεται σε δημόσιους χώρους όπως παλιά, ενώ έχει μειωθεί σημαντικά η εγκληματικότητα που σχετίζεται με τα ναρκωτικά, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Δικαστικής Επιστήμης και Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου της Λωζάνης. Ειδικότερα ο αριθμός των τοξικομανών που σχετίζονταν με διακίνηση μειώθηκε κατά δύο τρίτα, επειδή το φάρμακο ήταν διαθέσιμο δωρεάν. Σήμερα αν βρεθούν τρεις σύριγγες σε ένα πάρκο αποτελεί θέμα για μέσα ενημέρωσης, ενώ παλιά συλλέγονταν εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες σύριγγες εβδομαδιαίως, σύμφωνα με τους ειδικούς που μελετούν το θέμα.

Η απαγόρευση δεν λύνει το πρόβλημα

Παρά τους φόβους, η ανησυχητική άνοδος της χρήσης ηρωίνης δεν συνέβη ποτέ. Το ναρκωτικό δεν προσελκύει νέους, καθώς η μέση ηλικία των ασθενών στο πρόγραμμα PEPS είναι γύρω στα 45. «Η ιατρική συνταγή έχει καταστρέψει την εικόνα της ηρωίνης», δήλωσε ο Uchtenhagen. «Οι χρήστες θεωρούνται άνθρωποι με χρόνια ασθένεια. Δεν υπάρχει τίποτα ‘ηρωικό’ στη χρήση του». Παράλληλα, το προσδόκιμο επιβίωσης έχει αυξηθεί. «Οι οροθετικοί χρήστες δεν ξεπερνούν πλέον το 10% , ενώ είχαν φτάσει το 50% στη δεκαετία του ’90. Μάλιστα ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά ηλικίας κάτω των 35 ετών μειώθηκε από 305 το 1995 σε 25 το 2015.

Τη δεκαετία του 1920, η απαγόρευση του αλκοόλ στις ΗΠΑ είχε ως στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, εξήγησε ο Uchtenhagen. «Η κυβέρνηση αποφάσισε να τερματίσει την απαγόρευση επειδή έχασε τα φορολογικά έσοδα και ο Al Capone επωφελήθηκε». «Η απαγόρευση δεν λύνει τα προβλήματα, τα προκαλεί. Στα κέντρα Arud, αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες της απαγόρευσης, όπως ασθένειες, υπερβολική δόση, πορνεία, εγκληματικότητα και αποκλεισμός. Είναι η παρανομία της ηρωίνης που καταστρέφει τους εθισμένους, περισσότερο από το ίδιο το φάρμακο. Οι κοινωνίες μας απαγορεύουν ένα ναρκωτικό και στη συνέχεια στιγματίζουν τα θύματα της απαγόρευσης. Προφανώς, οι εξαρτημένοι από την ηρωίνη δεν έπρεπε να έχουν αρχίσει τη χρήση, αλλά πρέπει να τους βοηθήσουμε κι όχι να τους ποινικοποιήσουμε», εξήγησε ο Beck.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει κάτι πιο επιβλαβές για την υγεία από την αγορά παράνομων ναρκωτικών. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί η χρήση οποιουδήποτε ναρκωτικού είναι η ρύθμιση της αγοράς, όπως συμβαίνει και με το αλκοόλ και τον καπνό. Και ο νόμος που υπάρχει στην Ελβετία όπως και τα προγράμματα μπορεί να μην λύνουν το πρόβλημα, αλλά όπως δείχνουν τα αποτελέσματα επιτρέπουν στην κοινωνία να το διαχειρίζεται καλύτερα.

Διαβάστε επίσης:

Νορβηγία: Δωρεάν χορήγηση ναρκωτικών σε τοξικομανείς για… θεραπεία!

Σχόλια

σχόλια