Το φθινόπωρο του 1936, αλλόκοτες υπερφυσικές καταστάσεις εκτυλίσσονταν στην περιοχή της μικρής και γραφικής κωμόπολης Lannion, στη Βρετάνη της Γαλλίας.

Ένα παράδοξο φάντασμα, μια απόκοσμη οπτασία έκανε την εμφάνισή του για αρκετό καιρό κάθε βράδυ, σπέρνοντας την ανησυχία και τον τρόμο στους φιλήσυχους κατοίκους.

Οι Αρχές της Lannion, αλλά και διάφοροι επιστήμονες που ασχολούνταν με τις ψυχικές έρευνες, οι οποίοι προσπαθούσαν να εξηγήσουν το παράξενο αυτό φαινόμενο, το μόνο που κατόρθωσαν να διαπιστώσουν ήταν ότι το φάντασμα είχε επιλέξει ως τον τόπο δράσης του το αγρόκτημα της οικογένειας Κερζάν.

Στο αγρόκτημα αυτό, μόλις βράδιαζε, συνωστιζόταν πλήθος κόσμου από περίεργους και αναστατωμένους κατοίκους, που ήθελαν να δουν με τα μάτια τους την εξαϋλωμένη οπτασία, για την οποία είχαν ακούσει να γίνεται λόγος.

Αλλά ας δούμε πώς εξελίχθηκε η ιστορία…

Ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος Κερζάν επέστρεφε τη νύχτα της 1ης Σεπτεμβρίου του 1936 στο σπίτι του από ένα φιλικό γλέντι σε μια ταβέρνα, η οποία απείχε τρία περίπου χιλιόμετρα από την οικία του.

Μα, μόλις διέσχισε την αυλόπορτα της ιδιοκτησία του, για να κατευθυνθεί μέσω του κήπου προς την είσοδο του σπιτιού του, στάθηκε απότομα σαν κεραυνόπληκτος. Λίγα μόλις βήματα μπροστά του ορθωνόταν μια τεράστια ολόλευκη στήλη, της οποίας το σχήμα ήταν πολύ συγκεχυμένο.

Ο χωρικός ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν απ’ τον τρόμο. Μάταια επιχείρησε να σωθεί δια της φυγής. Ήταν αδύνατον να κουνήσει τα πόδια του. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα, λες και κάποια αόρατη δύναμη τον βαστούσε καθηλωμένο στη θέση του.

Στη στάση αυτή παρέμεινε, όπως τουλάχιστον ισχυρίστηκε ο ίδιος, για περίπου μισή ώρα, ανήμπορος ακόμα και να βλεφαρίσει. Ώσπου, σιγά-σιγά, το φάντασμα έγινε αχνότερο, έως ότου και διαλύθηκε εντελώς.

Τότε μόνο ο κατατρομαγμένος αγρότης επανέκτησε το θάρρος του. Έτρεξε μέσα στο σπίτι και διηγήθηκε στην οικογένειά του, με κομμένη την ανάσα, ό,τι φοβερό του είχε συμβεί. Μα, όπως ήταν φυσικό, κανένας δεν τον πίστεψε. Τον πέρασαν για μεθυσμένο κι άρχισαν να τον χλευάζουν και να τον περιγελούν.

Ο μικρότερος αδελφός του, ο Πιέρ, γελώντας ακόμη με το φανταστικό, όπως νόμιζε, επεισόδιο του αδελφού του, βγήκε έξω από το σπίτι, για να φέρει ξύλα για το τζάκι. Δεν πέρασαν, όμως, παρά ελάχιστα λεπτά από τη στιγμή που βγήκε απ’ το δωμάτιο, όταν ακούστηκε μια τρομαγμένη κραυγή, που τους πάγωσε το αίμα. Γύρισε τρέχοντας στο σπίτι, χαλκοπράσινος απ’ τον φόβο και τραυλίζοντας, εξήγησε ότι είδε κι ο ίδιος το φάντασμα, για το οποίο τους είχε μιλήσει ο μεγαλύτερος αδελφός του.

Ο Πιέρ είδε μια κατάλευκη σκιά, που έμοιαζε σαν πελώριο κάτασπρο άλογο, να υψώνεται μυστηριωδώς μπροστά του και κατόπιν, διαλύθηκε σαν αραχνοΰφαντο συννεφάκι.

Το άλλο πρωί, όλο το χωριό είχε μάθει για τα καταπληκτικά φαινόμενα που είχαν διαδραματιστεί στο αγρόκτημα της οικογένειας Κερζάν. Κανείς, εν τούτοις, δεν ήθελε να πιστέψει ότι μπορούσαν να ήταν αληθινά.

Την επόμενη νύχτα, περίπου 15 άνθρωποι πήγαν στο κτήμα Κερζάν, για να παρακολουθήσουν με τα μάτια τους τη δήθεν εμφάνιση του φαντάσματος. Μόλις έφτασαν εκεί, άρχισαν να σχολιάζουν σκωπτικά το φανταστικό στοιχειό, που είχε δει τάχατες η οικογένεια Κερζάν. «Μάλλον μεθυσμένοι θα ήταν», έλεγαν και γελούσαν.

Αλλά, τα γέλια τούς κόπηκαν μεμιάς, όταν είδαν ξάφνου να βγαίνει από τα σπλάχνα της γης ένα πελώριο, κάτασπρο φάντασμα. Στην αρχή, πήρε το σχήμα μικρού χιονάτου αλόγου κι αργότερα, μεταμορφώθηκε σε γυναίκα πανύψηλη, περιτριγυρισμένη από λευκές νεφέλες.

Ο τρόμος των απλοϊκών αυτών ανθρώπων χαράχτηκε ανεξίτηλα στο πρόσωπά τους, με τραβηγμένες εκφράσεις μιας γνήσιας φρίκης. Κανένας τους δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, ούτε καν να εξαπολύσει μια κραυγή. Αισθάνθηκαν ανήμποροι να ελέγξουν το κορμί τους, που έμοιαζε σαν απολιθωμένο.

Το πελώριο αυτό κάτασπρο φάντασμα, αφού διατηρήθηκε για κάμποση ώρα στην ίδια θέση, άρχισε σταδιακά να μικραίνει, ώσπου στο τέλος, έσβησε κι εχάθη, όπως ακριβώς είχε συμβεί και την προηγούμενη νύχτα, άλλωστε.

Οι κάτοικοι της παραμυθένιας κωμόπολης Lannion έπαψαν πια να αμφιβάλλουν για την πραγματικότητα της παράξενης εκείνης οπτασίας. Έτσι, κάθε νύχτα μαζεύονταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι, για να δουν μια και δυο και τρεις φορές το συγκλονιστικό πάλλευκο στοιχειό. Ακόμη κι από χωριά που απείχαν 100 και πλέον χιλιόμετρα κατέφταναν οι περίεργοι. Παρακολουθούσαν όλοι με έκδηλο τρόμο, ανακατεμένο με δυσπιστία, την εμφάνιση του φαντάσματος, που συχνά άλλαζε μορφές, αν και τις περισσότερες φορές είχε την ξεκάθαρη μορφή μιας πανύψηλης γυναίκας.

Το μικρό χωριό της Βρετάνης, Lannion, στο οποίο εμφανιζόταν το φάντασμα της σκοτωμένης γυναίκας (φωτογραφία του 1936)

Οι χωρικοί της Lannion πίστευαν ότι το στοιχειό ήταν το φάντασμα μιας συγχωριανής τους, η οποία, αρκετά χρόνια πριν, είχε βρει έναν βίαιο κι απαίσιο θάνατο από τον άνθρωπο που αγάπησε πιο πολύ στη σύντομη ζωή της.

Η γυναίκα αυτή, νεότατη και ωραιότατη, είχε δηλητηριαστεί από τον ίδιο της τον άντρα, μόλις μια βδομάδα μετά τον γάμο της, επειδή εκείνος νόμισε ότι τον απατούσε με τον αδελφό του.

Ο κακούργος δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτό. Αφού η δυστυχισμένη ξεψύχησε μέσα στους πιο φριχτούς πόνους, που της είχε προκαλέσει το ύπουλο δηλητήριο, την αποκεφάλισε μ’ ένα τσεκούρι και πέταξε το κεφάλι της στα νερά του ποταμού.

Δεν ήταν, λοιπόν, περίεργο, που οι κάτοικοι της Lannion απέδιδαν σε αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα την εμφάνιση του φαντάσματος.

Με την υπόθεση, όμως, είχαν ασχοληθεί και επιστήμονες μεγάλου κύρους, που κατέφτασαν από το Παρίσι στην όμορφη αυτή γωνιά της Βρετάνης, χωρίς, εν τούτοις, να μπορέσουν να διαλευκάνουν τα γεγονότα, που εξακολουθούσαν να διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον, τον φόβο, αλλά και τη συγκίνηση ολόκληρης της κοινής γνώμης στη Γαλλία.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», στις 17/10/1936…

Σχόλια

σχόλια