Λίγο-πολύ όσοι έχουν διαβάσει σε μυθιστορήματα για τον αντικατοπτρισμό, που οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν όχι λίγες φορές για να δώσουν κάποια λύση σ’ ένα πρόβλημα πλοκής ή για να χρωματίσουν δραματικά την αγωνία ενός ταξιδιώτη που πεθαίνει από δίψα στην έρημο, αφού ανακαλύψει ότι το δάσος που έβλεπε μπροστά του ήταν απλώς αντικατοπτρισμός! Αλλά εδώ, μέσα στην πόλη, δεν περιμένει κανείς να συναντήσει τέτοιο φαινόμενο.

Ο αντικατοπτρισμός, πραγματικά, έχει συνδεθεί στη σκέψη του κόσμου με τις ερήμους. Αλλά η αντίληψη αυτή είναι μάλλον εσφαλμένη.

Πολλές φορές θα έτυχε να παρατηρήσετε, ταξιδεύοντας με αυτοκίνητο σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ότι η άσφαλτος σε απόσταση πενήντα ή περισσοτέρων μέτρων εμπρός από το αυτοκίνητο, φαίνεται σαν να είναι βρεγμένη, ενώ, κάτω από τις ακτίνες του καλοκαιριάτικου ήλιου δεν θα μπορούσε να μείνει βρεγμένη περισσότερο από ελάχιστα λεπτά. Άλλοτε πάλι, ο δρόμος φαίνεται στα μάτια μας σαν να έχει χρώμα γαλανό πολύ ξεθωριασμένο, το χρώμα δηλαδή του ουρανού. Πώς συμβαίνει αυτό;

Προκειμένου για τον αντικατοπτρισμό της ασφάλτου, τι γίνεται; Επάνω από την επιφάνεια του δρόμου, που είναι ενιαία και υπερθερμασμένη από τον ήλιο, υπάρχει μονίμως ένα στρώμα ατμοσφαιρικού αέρος εξαιρετικά ζεστού και συνεπώς πιο αραιού από τα αμέσως επόμενα στρώματα που δεν βρίσκονται σε άμεση επαφή προς την άσφαλτο. Μια φωτεινή ακτίνα, λοιπόν, που έρχεται από τον ουρανό, μόλις φτάσει στα διαδοχικά στρώματα αέρος που βρίσκονται επάνω ακριβώς από την επιφάνεια του δρόμου και που έχουν διαφορετική θερμοκρασία, υφίσταται διάθλαση.

Αρχίζει, δηλαδή, να «λυγίζει» και, ενώ κανονικά το φως ταξιδεύει σε απολύτως ευθεία γραμμή, τώρα η ακτίνα του γίνεται καμπύλη. Η καμπυλότητά της μάλιστα συνεχίζεται κατά τη διαδρομή της, με κατεύθυνση το έδαφος και έρχεται στιγμή κατά την οποία η ακτίνα παίρνει οριζόντια κατεύθυνση, δηλαδή παράλληλη προς την επιφάνεια του δρόμου. Εξαιτίας της διάθλασης δηλαδή, δεν αγγίζει καθόλου την άσφαλτο, αλλά αρχίζει πάλι εξαιτίας της διάθλασης, ν’ ανεβαίνει προς τα επάνω.

Στη διαδρομή της εκείνη συναντάται με το μάτι μας. Και μολονότι μπορεί να κοιτάζουμε το δρόμο, βλέπουμε έτσι τον… ουρανό!

Επειδή οι φωτεινές ακτίνες που έπαθαν την αλλαγή της κατεύθυνσης με τη διάθλαση, προέρχονταν από τον ουρανό.

Γι’ αυτό βλέπουμε στη θέση της ασφάλτου μια επιφάνεια ξεθωριασμένου γαλανού χρώματος που μας κάνει να νομίζουμε  ότι ο δρόμος είναι βρεγμένος.

Το αντίθετο φυσικά συμβαίνει όταν βλέπουμε διάφορες εικόνες στον ουρανό. Εκεί, τα στρώματα του αέρα με τη διαφορετική θερμοκρασία, βρίσκονται ψηλά.

Και οι φωτεινές ακτίνες προέρχονται από αντικείμενα που βρίσκονται στο έδαφος.

Οι ακτίνες θα έπρεπε, προχωρώντας, να τραβήξουν για το άπειρο. Αλλά διαθλώνται, καμπυλώνουν και επιστρέφουν στη γη όπου μπορεί να τις δει κανείς, να δει δηλαδή το αντικείμενο από το οποίο εκπέμπονται, ενώ βρίσκεται σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων από αυτό και ενώ στο μεταξύ διάστημα υψώνεται ένα μεγάλο βουνό!