Η μυασθένεια Gravis είναι μια αυτοάνοση πάθηση που προκαλεί αδυναμία και κόπωση των μυών του σώματος, ειδικά εκείνων που ελέγχονται συνειδητά (συνήθως πόδια, ή/και χέρια).

Η αδυναμία βελτιώνεται με την ξεκούραση, ενώ επιδεινώνεται με την κόπωση. Έτσι είναι σύνηθες ο ασθενής να είναι σε καλύτερη κατάσταση το πρωί και να επιδεινώνεται η κατάστασή του το απόγευμα και το βράδυ.

Η μυασθένεια Gravis είναι χρόνια νόσος και συγκαταλέγεται στα αυτοάνοσα νοσήματα. Αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού επιτίθεται εναντίον ιστών του. Το αίτιο είναι άγνωστο, υπάρχουν όμως κάποιες ενδείξεις ότι σχετίζεται με διαταραχές της λειτουργίας του θύμου αδένα.

Αφορά συνηθέστερα γυναίκες 20-40 ετών και εκδηλώνεται αρχικά με πτώση των βλεφάρων και διπλωπία, αδυναμία των σκελετικών μυών και υπερβολικό αίσθημα κόπωσης μετά από άσκηση.

Στη χώρα μας υπάρχουν περίπου 200 με 300 ασθενείς ανά εκατομμύριο δηλαδή τουλάχιστον 3000 ασθενείς.

Μυασθένεια Gravis: Θεραπεία – Πρόγνωση

Για τη θεραπεία αυτής της μυασθένειας χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά σκευάσματα με κύριους εκπροσώπους τα αντιχολινεστερασικά. Επίσης χρησιμοποιούνται τα κορτικοστεροειδή και τα ανοσοκατασταλτικά.

Κατά την περίοδο κρίσης μπορεί να χρησιμοποιηθούν η πλασμαφαίρεση και ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη. Με την πλασμαφαίρεση αφαιρούνται 2-3 λίτρα πλάσματος, 3 φορές την εβδομάδα για 1-2 εβδομάδες, ανάλογα με την ανταπόκριση. Η βελτίωση είναι άμεση, σε 2-3 24ωρα από την πρώτη πλασμαφαίρεση.

Εφαρμόζεται, σε εξειδικευμένες μονάδες, στις γενικευμένες μορφές με αιφνίδια επιδείνωση και προεγχειρητικά ή και στις γενικευμένες μορφές της νόσου που δεν ανταποκρίνονται στις άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η βελτίωση, που διαρκεί μόνο 1-2 μήνες, αποδίδεται στην απομάκρυνση παθολογικών ουσιών, κυρίως αντισωμάτων.

Σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται θυμεκτομή που είναι η χειρουργική αφαίρεση του θύμου αδένα σε άτομα με γενικευμένη βαριά μυασθένεια που είναι κάτω από 55 ετών και σε κάθε ηλικία εφόσον υπάρχει θύμωμα (υπερπλασία του θύμου αδένα). Η θυμεκτομή οδηγεί σε πλήρη ύφεση μέχρι και σε 40% των ασθενών. Καλύτερα αποτελέσματα έχουμε στις νεαρότερες ηλικίες, κάτω των 30 ετών, με διάρκεια νόσου κάτω των 5 ετών.

Οι περισσότεροι ασθενείς φτάνουν στο μέγιστο της βαρύτητας της νόσου σε δύο περίπου χρόνια και ακολουθεί σχετική σταθεροποίηση. Μερική ή πλήρης ύφεση αναμένεται στο 25% περίπου των ασθενών.

Διαβάστε επίσης:

Επιστήμονες θεράπευσαν με μαγνήτες τα «μάτια που χορεύουν»

Σχόλια

σχόλια