Θετικό αλλά με αστερίσκους το πακέτο Τσίπρα σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.

Με μισθούς κάτω των 500 ευρώ αμείβονται 571.000 ιδιωτικοί υπάλληλοι, ενώ άλλοι 251.000 εργαζόμενοι αμείβονται με μισθό κάτω των 250 ευρώ, όπως προκύπτει από την Ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και η απασχόληση..

Η αύξηση του κατώτατου μισθού σε 650 ευρώ μικτά ή κατά 10,9% και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντισταθμίζουν περίπου το μισό της αρχικής μισθολογικής μείωσης των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, επισημαίνεται στην Έκθεση.

Όσο δε για τους ανέργους, σημειώνεται ότι το επίδομα ανεργίας αναπληρώνει μόλις το 27% του μέσου μισθού, ενώ συνολικά το χρηματικό κόστος από την απώλεια μίας θέσης εργασίας για ένα έτος ανήλθε κατά το 2018 σε 8.126 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του μέσου καθαρού εισοδήματος από εργασία. «Το υψηλό κόστος απώλειας εργασίας αποτυπώνει τις αδυναμίες της κοινωνικής πολιτικής και την περιορισμένη ιαπραγματευτική ισχύ της εργασίας στην Ελλάδα» τονίζεται.

Στην έκθεση μεταξύ άλλων επισημαίνονται τα εξής:

· Μείωση κατά 130 εκατ. ευρώ κατέγραψαν το 2018 και οι κοινωνικές παροχές. Συγκριτικά με το 2009 οι κοινωνικές παροχές έχουν υποχωρήσει κατά 21,7%. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πτώση των δημόσιων επενδύσεων, δημιουργεί σοβαρές αναπτυξιακές εμπλοκές.

· Από το 2014 και μετά οι δείκτες φτώχειας και οικονομικής ανισότητας σημειώνουν βελτίωση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού εμφανίζει σταθερή υποχώρηση επί τρία συναπτά από 36% το 2014 σε 34,8% το 2017.

· Ένα ζήτημα στο οποίο επικεντρώθηκε η φετινή Ετήσια Έκθεση αφορά το κατά πόσο η υποχώρηση του ποσοστού φτώχειας και ανεργίας αφορά συνολικά τους εργαζομένους της χώρας ή εάν υπάρχουν ενδείξεις περιθωριοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Από τις σχετικές εκτιμήσεις προκύπτει όξυνση των εισοδηματικών διαφορών στην αγορά εργασίας μεταξύ των εργαζομένων διαφορετικής εργασιακής έντασης,  επιδείνωση της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς και των μεταναστών σε σχέση με τους κατοίκους με ελληνική ιθαγένεια.

· Παρά τη σχετική εξισορρόπηση του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας στηρίχτηκε το 2018 στην αύξηση των φορολογικών εσόδων. Ο δείκτης έμμεσοι-άμεσοι φόροι, αν και μειωμένος έναντι του 2017, διαμορφώθηκε σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης στο υψηλό 1,68.

· Συνολικά, την περίοδο 2009-2018 οι δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν σημειώσει πτώση 58,7%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Η διατήρηση αυτής της επιλογής υπονομεύει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και, συνεπώς, την πιστοληπτική της αξιοπιστία.

Θετικό αλλά με αστερίσκους το πακέτο Τσίπρα

· Η δημοσιονομική επέκταση που προβλέπει ο Προϋπολογισμός του 2019 σε συνδυασμό με την πιθανή εφαρμογή των πρόσφατα εξαγγελθέντων επεκτατικών παρεμβάσεων αποτελούν θετικές εξελίξεις, εφόσον δεν χρηματοδοτηθούν με δανειακό κεφάλαιο. Δρώντας σταθεροποιητικά και επεκτατικά στην ιδιωτική δαπάνη, θα επιφέρουν θετικές επιπτώσεις στη δυναμική της οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, αλλά και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των ροών ρευστότητας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και υπό τη συνεχή απειλή της εξυπηρέτησης του υπερσυσσωρευμένου δημόσιου χρέους. Το μείγμα κάθε παρέμβασης οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να αξιολογείται από το αναπτυξιακό και το κοινωνικό του αποτέλεσμα, ενώ δεν πρέπει να εγείρει ζήτημα πιστωτικού ρίσκου για τη χώρα.

· Τα υπερπλεονάσματα των τελευταίων ετών έχουν συμβάλει στην αναβάθμιση της χρηματοπιστωτικής φερεγγυότητας του δημόσιου τομέα. Δεδομένης όμως της απουσίας ισχυρής επεκτατικής δυναμικής και της εύθραυστης χρηματοπιστωτικής κατάστασης του ιδιωτικού τομέα, η διατηρήσιμη αναβάθμιση της πιστοληπτικής φερεγγυότητας της οικονομίας θα εξαρτηθεί – μεταξύ άλλων– από την ενίσχυση και τη μονιμοποίηση μέτρων στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση των δημόσιων επενδύσεων.

Ανάπτυξη με βάση την κατανάλωση

· Το 2018 η ελληνική οικονομία δεν επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την τάση επιβράδυνσης που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, παρά τους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, παρατηρείται μια συνεχόμενη δυναμική απόκλισης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και τα κράτη-μέλη της νότιας περιφέρειάς της.

· Η οικονομική μεγέθυνση εξακολουθεί να βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία το β΄ εξάμηνο του 2018 αυξήθηκε κατά 700 εκατ. ευρώ 3 περίπου σε πραγματικούς όρους.

· Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά η επίδρασή τους στο ΑΕΠ ήταν σχεδόν μηδενική λόγω αντίστοιχης αύξησης των εισαγωγών. Η διάρθρωση του παραγωγικού τομέα δεν επιτρέπει την επίτευξη διατηρήσιμου εμπορικού πλεονάσματος, λόγω της μεγάλης εξάρτησής του από τις εισαγωγές.

· Οι πραγματικές ακαθάριστες επενδύσεις μειώθηκαν το β΄ εξάμηνο του 2018 κατά 3,41 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αποτυπώνει για ακόμη μια φορά την αποτυχία των ΠΟΠ να δημιουργήσουν αναπτυξιακές προϋποθέσεις.

· Η χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών είναι ιδιαίτερα εύθραυστη λόγω αρνητικών νέων αποταμιεύσεων και χαμηλού επιπέδου εισοδημάτων σε σχέση με τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Δεδομένης της εξάρτησης της δυναμικής τής οικονομίας από την εγχώρια κατανάλωση, η χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών περιορίζει τις προσδοκίες αναπτυξιακής δυναμικής τής οικονομίας.

· Η αύξηση στις εξαγωγές μεταποιητικών αγαθών που σημειώνεται τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από ποιοτική υποβάθμισή τους, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να πέφτει σημαντικά στην παγκόσμια κατάταξη ως προς την οικονομική συνθετότητα του τεχνοπαραγωγικού της συστήματος. Οι παραπάνω μεταβολές, σε συνδυασμό με την ισχυρή αποεπένδυση, ερμηνεύουν σε έναν βαθμό και την αδυναμία ανάκαμψης της παραγωγικότητας.

· Αν και το 2019 είναι έτος εκλογικό, δεν δημιουργεί αισιοδοξία το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία σοβαρή δημόσια πολιτική συζήτηση για τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, τις θεσμικές της αδυναμίες και δυσλειτουργίες και την προοπτική οικοδόμησης ενός νέου, ισόρροπου και βιώσιμου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.

· Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται κυρίως στην καλλιέργεια κλίματος ευφορίας ως προς την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας και τις προοπτικές της ως αποτέλεσμα είτε μιας –μη διατηρήσιμης– επιδοματικής ευημερίας είτε της επίδρασης της μείωσης της φορολογίας. Η οικονομική πολιτική πρέπει με πραγματισμό να αντιμετωπίσει τις χρόνιες διαρθρωτικές, παραγωγικές και μακροοικονομικές ανισορροπίες και να δημιουργήσει ισχυρούς, επεκτατικούς και διατηρήσιμους αναπτυξιακούς πυλώνες.

Πηγή

Σχόλια

σχόλια