«Night Stalker»: Η ιστορία του διεστραμμένου serial killer

Σε μια περίοδο 14 μηνών, ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ, γνωστός και ως «Night Stalker», «The Walk-In Killer» και «The Valley Intruder», σκότωσε 13 ανθρώπους και προσπάθησε να σκοτώσει πέντε ακόμη σε όλη την Καλιφόρνια.

Όταν τον Αύγουστο του 1985 ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ μπήκε σε ένα πολυκατάστημα στο Λος Άντζελες, δεν κατάλαβε την ομάδα των αστυνομικών που στέκονταν στο δρόμο και δεν είδε τις στοίβες των εφημερίδων στα ράφια. Όταν όμως κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε μερικές ηλικιωμένες γυναίκες, έντρομες να τον δείχνουν σε έναν αστυνομικό, τότε συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό του ήταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Έτρεξε να ξεφύγει. Στην καταδίωξη που ακολούθησε συμμετείχαν επτά περιπολικά και ένα ελικόπτερο, που εντόπιζε τον Ραμίρεζ μέσα στους δρόμους και τα στενά του Λος Άντζελες. Τελικά, μια ομάδα από τους παρευρισκόμενους έπιασε τελικά τον εξαντλημένο Εαμίρεζ κάνοντας τάκλιν και χτυπώντας τον με έναν μεταλλικό σωλήνα. Μέχρι τη στιγμή που έφτασε η αστυνομία, ο Ραμίρεζ τους ευχαριστούσε που τον συνέλαβαν. Μετά από μια δραματική καταδίωξη με ακόμη πιο δραματικό τέλος, ο Night Stalker, ένας κατά συρροή δολοφόνος και βιαστής που είχε τρομοκρατήσει τους κατοίκους του Λος Άντζελες για περισσότερο από ένα χρόνο, είχε τελικά πιαστεί.

Ο Ραμίρεζ, που ονομάστηκε Night Stalker από τα τοπικά ΜΜΕ, είχε ξεκινήσει τις δολοφονίες ακριβώς 14 μήνες πριν τη σύλληψή του. Εκείνη την εποχή, είχε σκοτώσει 13 ανθρώπους, προσπάθησε να σκοτώσει πέντε ακόμη και είχε επιτεθεί σε πολλούς ακόμη. Εκτός αυτών, ήταν ένοχος κλοπών. Αν και οι δολοφονίες κράτησαν μόνο ένα χρόνο, η ζωή του σαν εγκληματίας είχε ξεκίνησε όταν ήταν μόλις 13 χρονών.

Η φωτογραφία της σύλληψης του Ραμίρεζ

Γεννημένος και αναθρεμμένος στο Ελ Πάσο του Τέξας, ο Ricardo Leyva Muñoz Ramírez όπως ήταν το πλήρες όνομά του, ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του Χούλιαν και της Μερσέντες Ραμίρεζ. Ο πατέρας του, ένας πρώην αστυνομικός στην μεξικανική πόλης Χουάρες, ήταν ιδιαιτέρως αυταρχικός και βίαιος και κακοποιούσε συχνά τα παιδιά του. Μάλιστα, ο μικρός τότε Ραμίρεζ έχει υποστεί δύο σοβαρούς τραυματισμούς στο κεφάλι και απέκτησε επιληπτικές κρίσεις. Για να ξεφύγει από τον βίαιο πατέρα του, άρχισε να συναναστρέφεται με τον μεγαλύτερο ξάδερφό του, τον Μάικ (Miguel Ramirez), έναν βετεράνο του Βιετνάμ.

Δυστυχώς, η επιρροή του Μάικ δεν ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη του πατέρα του. Όσο υπηρετούσε στο Βιετνάμ, ο Μάικ ανέπτυξε τη συνήθεια να βασανίζει τις γυναίκες. Ο Μάικ έδειχνε συχνά στον Ραμίρεζ φωτογραφίες με φρικαλεότητες που είχε προκαλέσει στις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένης μιας στην οποία πόζαρε με το κομμένο κεφάλι μιας. Αργότερα, ο Μάικ πυροβόλησε θανάσιμα την σύζυγό του, μπροστά στον 13χρονο Ραμίρεζ. Η σκηνή έμεινε για πάντα χαραγμένη στην καρδιά του.

Ο πυροβολισμός έκανε τον Ραμίρεζ από ένα φοβισμένο, κακοποιημένο νεαρό αγόρι σε έναν σκληρό, σκοτεινό άνθρωπο. Άρχισε να παίρνει LSD και να δείχνει ενδιαφέρον προς τον σατανισμό, τον οποίο άσκησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ακόμη κάτω από την επιρροή του δολοφονικού ξαδέρφου του -ο Μάικ δεν είχε βρεθεί ένοχος για τον πυροβολισμό και πέρασε μόλις τέσσερα χρόνια σε ένα ψυχιατρικό άσυλο πριν αφεθεί ελεύθερος-, ο Ραμίρεζ ανέπτυξε μια εμμονή με τις ίδιες μορφές σεξουαλικής βίας που είχε προκαλέσει ο Μάικ στις γυναίκες που έβλεπε στις φωτογραφίες του από το Βιετνάμ.

Η εμμονή έφτασε σχεδόν στο απόγειό της όταν ο Ραμίρεζ συνελήφθη για απόπειρα βιασμού. Τελικά, αργότερα οι κατηγορίες ήρθησαν όταν η γυναίκα αρνήθηκε να καταθέσει εναντίον του. Η ζημιά όμως είχε ήδη γίνει. Ο Ραμίρεζ είχε αναπτύξει γεύση για το αίμα και αναζητούσε μια εκτόνωση.

Στις 28 Ιουνίου του 1984, την βρήκε στην 79χρονη Jennie Vincow. Οι αρχές βρήκαν το σώμα της γυναίκας στο κρεβάτι της, άγρια βιασμένη και τον λαιμό της τόσο βαθιά κομμένο που σχεδόν ήταν αποκεφαλισμένη. Το διαμέρισμά της έδειχνε σημάδια βίαιης εισόδου και βρέθηκαν να λείπουν διάφορα αντικείμενα. Η υπόθεση Vincow ξεκίνησε το φαινομενικά τυχαίο, διάρκειας ενός χρόνου ξέσπασμα του Ραμίρεζ γεμάτο άγριους βιασμούς, δολοφονίες και διαρρήξεις. Για 14 μήνες, ο Ραμίρεζ ταξίδεψε σε όλη την Καλιφόρνια, από το Λος Άντζελες μέχρι το Σαν Φρανσίσκο, δολοφονώντας, βιάζοντας και κλέβοντας.

Τα θύματά του ήταν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, ηλικίας από 22 έως 80 ετών, από όλη τη νότια Καλιφόρνια. Σε όλες τις σκηνές εγκλήματος που άφηνε πίσω του, υπήρχε απόδειξη ότι είχε λάβει χώρα κάποιο σατανιστικό τελετουργικό.

Καθώς άρχισε να διαδίδεται η φήμη του Night Stalker, φαινόταν ότι κανείς δεν ήταν ασφαλής. Τελικά, μέχρι τον Αύγουστο του 1985, είχαν αυξηθεί οι πωλήσεις όπλων, κλειδαριών και ράβδων παραθύρων, ενώ η αστυνομία αύξησε την παρουσία της δέκα φορές. Το FBI είχε δημιουργήσει μια ειδική ομάδα αφιερωμένη στο να πιάσει τον Ραμίρεζ, αν και κανείς δεν μπορούσε να τον βρει.

Σκίτσο της αστυνομίας για τον Ραμίρεζ

Τελικά, ένα από τα παραλίγο θύματα του Ραμίρεζ μπόρεσε να δώσει μια τόσο λεπτομερή περιγραφή, που ένας σκιτσογράφος μπόρεσε να δώσει ένα σκίτσο στις εφημερίδες. Η εικόνα του Night Stalker δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες της νότιας Καλιφόρνιας, με την ελπίδα ότι κάποιος θα γνώριζε ή θα αναγνώριζε τον Ραμίρεζ.

Κατά ειρωνικό τρόπο, ο μόνος που δεν είχε καμία γνώση για τη φήμη του, ήταν ο ίδιος. Κάτι που τελικά του στοίχισε.

Μετά τη σύλληψή του, στην πιο δαπανηρή δίκη που είχε ποτέ δει η πολιτεία της Καλιφόρνια, ο Ραμίρεζ καταδικάστηκε για όλες τις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων 13 φόνων, 5 αποπειρών δολοφονίας, 11 σεξουαλικών επιθέσεων και 14 διαρρήξεων. Καταδικάστηκε σε θάνατο σε θάλαμο αερίου και φυλακίστηκε μέχρι να εκτελεστεί. Λόγω του βαθμού της υπόθεσής του, συμπεριλαμβανομένων των 50.000 σελίδων αρχείων, το δικαστήριο δεν μπόρεσε να ακούσει την απολογία του παρά μόνο το 2006, ουσιαστικά περιμένοντας την εκτέλεσή του. Μεταξύ της δίκης και της έφεσης που κατέθεσε, ο Ραμίρεζ γνώρισε μια θαυμάστριά του, την οποία και παντρεύτηκε, και διαγνώστηκε με καρκίνο των λεμφαδένων. Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου εφέσεων το 2006, τα δικαστήρια επιβεβαίωσαν την αρχική απόφαση και την ποινή. Ωστόσο, ο Ραμίρεζ μπόρεσε να την παρεμποδίσει ξανά, υποβάλλοντας περισσότερες εφέσεις για τα επόμενα επτά χρόνια, μέχρι που τελικά πέθανε λόγω του καρκίνου. Το 2013, ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ πέθανε στη φυλακή, σε ηλικία 53 ετών, αφού πέρασε 23 χρόνια καταδικασμένος και περιμένοντας την εκτέλεσή του.

Κατά τη διάρκεια αυτών των 23 χρόνων, ούτε μία φορά δεν παραδέχτηκε τα εγκλήματά του ή εξέφρασε τύψεις.

Στην πραγματικότητα, όταν άκουσε την ποινή του, χαμογέλασε. «Σιγά το πράγμα», είπε. «Ο θάνατος είναι στους κινδύνους του επαγγέλματος. Θα σας δω στην Disneyland».